11 Οκτωβρίου, 2026

Το φύλο, η επιθυμία και ο θάνατος: Η σεξουαλική διαφορά στον Λακάν

Τι σημαίνει να είναι κανείς “άνδρας” ή “γυναίκα”; Η ανατομία προσφέρει μια απάντηση για τη βιολογική συγκρότηση του σώματος. Για τον άνθρωπο, ωστόσο, το σώμα αυτό αποκτά από πολύ νωρίς ένα νόημα που υπερβαίνει τη βιολογία του. Πριν ακόμη γεννηθεί ένα παιδί, μπορεί να έχει αποκτήσει ένα όνομα, μια θέση στην οικογενειακή ιστορία και έναν ιδιαίτερο ρόλο στις επιθυμίες των γονιών του. Μπορεί να είναι ο γιος που περίμενε ο πατέρας, η κόρη που επιθυμούσε η μητέρα, το παιδί που θα συνεχίσει το οικογενειακό όνομα ή εκείνο που θα πραγματοποιήσει όσα οι προηγούμενες γενιές άφησαν ανεκπλήρωτα. Το παιδί γεννιέται, επομένως, μέσα σε έναν κόσμο όπου το φύλο του ήδη σημαίνει κάτι. Σταδιακά θα συναντήσει τα λόγια, τις προσδοκίες και τις απαγορεύσεις που συνδέονται με αυτό. Θα αναγνωρίσει τον εαυτό του σε ορισμένες από αυτές τις αναπαραστάσεις, θα απομακρυνθεί από άλλες και θα διαμορφώσει τον δικό του τρόπο να σχετίζεται με την επιθυμία και την απόλαυση.

Για τον Ζακ Λακάν, η σεξουαλική διαφορά αποτελεί ένα θεμελιώδες πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η συγκρότηση μιας έμφυλης θέσης συνδέεται με την είσοδο του υποκειμένου στη γλώσσα, με τη σχέση του προς την επιθυμία του Άλλου και με μια έλλειψη που καμία ταυτότητα δεν μπορεί να εξαλείψει ολοκληρωτικά. Υπάρχει όμως μια ακόμη διάσταση. Στη λακανική θεωρία, η σεξουαλικότητα συνδέεται με τον θάνατο. Η σύνδεση αυτή αφορά τόσο τη θνητότητα του έμβιου σώματος όσο και τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα εισάγει την απουσία στην ανθρώπινη εμπειρία. Για να κατανοήσουμε πώς συνδέονται όλα αυτά, χρειάζεται να επιστρέψουμε στον Φρόυντ και να παρακολουθήσουμε ορισμένες από τις σημαντικότερες μεταβολές στη σκέψη του Λακάν.

Η γλώσσα και η απουσία του πράγματος

Το 1953, στο κείμενό του “Η λειτουργία και το πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση”, ο Λακάν διατυπώνει μια σημαντική θέση: το σύμβολο εμφανίζεται αρχικά ως φόνος του Πράγματος. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τι συμβαίνει όταν ένα παιδί αρχίζει να χρησιμοποιεί τη λέξη «μαμά». Η λέξη μπορεί να ανακαλεί τη μητέρα ακόμη και όταν εκείνη απουσιάζει. Το παιδί μπορεί να τη φωνάζει, να μιλά γι’ αυτήν ή να αναζητά την επιστροφή της. Η μητέρα έχει αποκτήσει μια θέση μέσα στη γλώσσα, η οποία διατηρείται ανεξάρτητα από τη φυσική παρουσία της. Η δυνατότητα αυτή εισάγει μια θεμελιώδη διαφορά ανάμεσα στο πράγμα και στην αναπαράστασή του. Το όνομα επιτρέπει την αναγνώριση και την ανάκληση του πράγματος, αλλά το ίδιο το πράγμα υπερβαίνει πάντοτε αυτό που μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτό. Σε αυτή την απόσταση βρίσκεται το νόημα του “συμβολικού φόνου”. Το πράγμα χάνει την αποκλειστικότητα της άμεσης παρουσίας του, καθώς αποκτά μια θέση σε ένα σύστημα αναπαραστάσεων. Η γλώσσα επιτρέπει στον άνθρωπο να μιλά για εκείνον που βρίσκεται μακριά, για εκείνον που έφυγε και, τελικά, για εκείνον που πέθανε. Ο Λακάν συνδέει αυτή τη δυνατότητα με τον τάφο, τον οποίο παρουσιάζει ως ένα από τα πρώτα σύμβολα μέσα από τα οποία αναγνωρίζεται η ανθρώπινη ιστορία. Ο τάφος επιτρέπει να διατηρηθεί μια θέση για εκείνον που έχει πεθάνει. Το σώμα του έχει πάψει να ζει, αλλά το όνομά του μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στον κόσμο των ζωντανών. Οι άνθρωποι θυμούνται τους νεκρούς τους, μεταφέρουν τις ιστορίες τους, συνεχίζουν ορισμένες από τις επιθυμίες τους και συχνά οργανώνουν μέρος της δικής τους ζωής γύρω από αυτούς. Ο συμβολικός κόσμος επιτρέπει έτσι μια μορφή συνέχειας που υπερβαίνει τη διάρκεια της ατομικής ζωής. Ο Λακάν αντιπαραβάλλει εδώ την ανθρώπινη ιστορία με τη ζωή του ζώου, στην οποία, όπως γράφει, «το άτομο σβήνει μέσα στο είδος». Η ζωή του οργανισμού ολοκληρώνεται με τον θάνατό του, ενώ η ζωή του είδους μπορεί να συνεχίζεται μέσα από άλλους οργανισμούς. Ο άνθρωπος, μέσω της γλώσσας, αποκτά επιπλέον τη δυνατότητα μιας ιστορικής και συμβολικής συνέχειας. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη σχέση με τον θάνατο περιλαμβάνει δύο διαφορετικές διαστάσεις: υπάρχει το τέλος της βιολογικής ζωής και υπάρχει η δυνατότητα το υποκείμενο να αναπαρίσταται ακόμη και όταν το σώμα του απουσιάζει. Η γλώσσα επιτρέπει στον άνθρωπο να αποκτήσει μια θέση πέρα από την άμεση παρουσία του. Συγχρόνως, τον εισάγει σε μια σχέση με την απώλεια που χαρακτηρίζει την ίδια τη συγκρότησή του ως υποκειμένου.

Η σεξουαλικότητα και η θνητότητα του έμβιου όντος

Η δεύτερη διάσταση του προβλήματος αφορά τη σεξουαλική αναπαραγωγή. Το 1920, στο “Beyond the Pleasure Principle”, ο Φρόυντ εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, αναζητώντας μια εξήγηση για εκείνες τις ψυχικές διεργασίες που φαίνεται να υπερβαίνουν την επιδίωξη της ευχαρίστησης. Στο πλαίσιο αυτής της αναζήτησης επιστρέφει στις βιολογικές θεωρίες του August Weismann, ο οποίος είχε διακρίνει το θνητό σώμα, από το δυνητικά αθάνατο γεννητικό πλάσμα, το οποίο επιτρέπει τη συνέχεια της ζωής μέσω της αναπαραγωγής. Η διάκριση αυτή απασχολεί τον Φρόυντ επειδή παρουσιάζει ένα παράδοξο: η ατομική ζωή τελειώνει, ενώ η ζωή μπορεί να συνεχίζεται από γενιά σε γενιά. Η αναπαραγωγή εξασφαλίζει μια δυνατότητα συνέχειας χωρίς να προσφέρει στο μεμονωμένο άτομο αθανασία. Ο Φρόυντ εξετάζει τη βιολογική θεωρία, προσπαθώντας να κατανοήσει τη σχέση ανάμεσα στις ενορμήσεις ζωής και στην ενόρμηση θανάτου.

Αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο Λακάν επιστρέφει στο ίδιο πρόβλημα, δίνοντάς του μια διαφορετική θεωρητική επεξεργασία. Στο Σεμινάριο XI, Οι τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες της ψυχανάλυσης (1964), υποστηρίζει ότι το έμβιο ον υφίσταται μια πραγματική απώλεια εξαιτίας της υπαγωγής του στον κύκλο της έμφυλης αναπαραγωγής. Η απώλεια αφορά τη δυνατότητα μιας απεριόριστης ατομικής ζωής. Το έμβιο ον συμμετέχει στη συνέχιση της ζωής του είδους, ενώ το ίδιο παραμένει θνητό. Η ζωή του είδους συνεχίζεται μέσα από την εναλλαγή των ατόμων και ταυτόχρονα η ζωή του συγκεκριμένου ατόμου έχει ένα τέλος. Αυτό το τέλος αποκτά ιδιαίτερο νόημα για τον άνθρωπο, επειδή ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ένα θνητό σώμα και ένα υποκείμενο της γλώσσας.

Δύο ελλείψεις που συναντώνται στη σεξουαλικότητα

Στη συνεδρία της 27ης Μαΐου 1964, ο Λακάν επιχειρεί να συσχετίσει δύο διαφορετικές ελλείψεις. Η πρώτη προκύπτει από την εξάρτηση του υποκειμένου από το σημαίνον. Ο άνθρωπος αποκτά μια θέση μέσα στη γλώσσα, χρησιμοποιώντας σημαίνοντα που προϋπάρχουν της γέννησής του. Το όνομα, οι συγγενικές σχέσεις, οι προσδιορισμοί του φύλου και οι οικογενειακές αφηγήσεις συμβάλλουν στη συγκρότηση της συμβολικής του θέσης. Ωστόσο, το υποκείμενο δεν μπορεί να ταυτιστεί πλήρως με κανένα από αυτά τα σημαίνοντα. Η αναπαράστασή του μέσα στη γλώσσα συνοδεύεται από μια απώλεια επειδή κάτι από την ύπαρξή του διαφεύγει από όσα μπορούν να ειπωθούν γι’ αυτό. Η δεύτερη έλλειψη αφορά το πραγματικό του έμβιου σώματος. Ο Λακάν τη συνδέει με τη θνητότητα του όντος που συμμετέχει στη σεξουαλική αναπαραγωγή. Οι δύο ελλείψεις προέρχονται από διαφορετικά επίπεδα. Η μία αφορά τη συγκρότηση του υποκειμένου μέσα στο συμβολικό και η άλλη τη ζωή και τη θνητότητα του έμβιου οργανισμού. Στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα, όμως, η πρώτη έρχεται να επικαλύψει τη δεύτερη.

Η σεξουαλικότητα του ανθρώπου οργανώνεται μέσα από ενορμήσεις που συμμετέχουν στην ψυχική ζωή, χωρίς να εξαντλούνται στη βιολογική αναπαραγωγή. Ο τρόπος με τον οποίο επιθυμούμε, το αντικείμενο που μας ελκύει και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βιώνουμε απόλαυση διαμορφώνονται μέσα από μια ιστορία που περιλαμβάνει τη γλώσσα, τις ταυτίσεις και το ασυνείδητο. Το σώμα εισέρχεται στη σεξουαλικότητα ως ένα σώμα ήδη σημαδεμένο από τα σημαίνοντα. Η πραγματική θνητότητα του οργανισμού και η συμβολική έλλειψη του υποκειμένου συναντώνται έτσι στο πεδίο της ανθρώπινης επιθυμίας.

Η lamella: Ο μύθος της χαμένης ζωής

Για να εξηγήσει τη σχέση ανάμεσα στη σεξουαλικότητα, στη λίμπιντο και στην απώλεια, ο Λακάν επινοεί το 1964 έναν παράξενο μύθο τον οποίο ονομάζει lamella. Η αφετηρία του είναι ο μύθος του Αριστοφάνη από το Συμπόσιο του Πλάτωνα. Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη, οι άνθρωποι υπήρξαν αρχικά ολόκληρα όντα, τα οποία χωρίστηκαν στα δύο. Έκτοτε, κάθε μισό αναζητά το άλλο του μισό, ελπίζοντας να αποκαταστήσει την ενότητα που χάθηκε. Η ιστορία αυτή προσφέρει μια γοητευτική εξήγηση για τον έρωτα. Αγαπούμε επειδή αναζητούμε εκείνον που θα μας συμπληρώσει. Ο Λακάν όμως προτείνει έναν διαφορετικό μύθο: τη στιγμή που σπάνε οι μεμβράνες από τις οποίες θα προκύψει ένα νεογέννητο, κάτι αποχωρίζεται από το σώμα και αποκτά δική του ζωή. Αυτό το παράξενο πλάσμα είναι η lamella. Πρόκειται για μια επίπεδη, με καταστρέψιμη και αθάνατη μορφή ζωής, που μπορεί να μετακινείται παντού και να επιβιώνει από κάθε διαίρεση. Ο Λακάν γράφει μάλιστα να φανταστούμε ότι μπορεί να εμφανιστεί την ώρα που κοιμόμαστε και να τυλιχτεί γύρω από το πρόσωπό μας. Η εικόνα έχει κάτι το τρομακτικό καθώε η lamella αντιπροσωπεύει μια ζωή χωρίς τα όρια που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο σώμα. Ο Λακάν την ονομάζει μυθικό όργανο της λίμπιντο. Αντιπροσωπεύει τη ζωή ως ακατάστρεπτη δύναμη, εκείνη τη δυνατότητα αθανασίας που το έμβιο ον έχει χάσει μέσα στον κύκλο της σεξουαλικής αναπαραγωγής. Η lamella  βεβαίως δεν είναι ένα πραγματικό όργανο που αποχωρίζεται από το σώμα κατά τη γέννηση. Αποτελεί μια μυθική αναπαράσταση αυτού που χάνεται από το έμβιο ον και συνεχίζει, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, να αφορά τη σεξουαλική του ζωή. Εμφανίζεται βεβαίως ένα παράδοξο: η lamella συμβολίζει την ακατάστρεπτη ζωή, αλλά ο Λακάν τη συνδέει με την ενόρμηση θανάτου.

Γιατί όμως μια μορφή αθάνατης ζωής να σχετίζεται με τον θάνατο; Η απάντηση βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στη ζωή του οργανισμού και στη λειτουργία της ενόρμησης. Στη φροϋδική θεωρία, η ενόρμηση αποτελεί μια οριακή έννοια ανάμεσα στο σωματικό και στο ψυχικό. Έχει μια πηγή, μια ώση, έναν σκοπό και ένα αντικείμενο μέσω του οποίου μπορεί να επιτύχει ικανοποίηση. Ο Λακάν περιγράφει τις τέσσερις αυτές διαστάσεις, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο η ενόρμηση επιδιώκει την ικανοποίησή της. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τη στοματική ενόρμηση. Η πείνα αποτελεί μια βιολογική ανάγκη. Η πρόσληψη τροφής συμβάλλει στην επιβίωση του οργανισμού. Ωστόσο, το στόμα μπορεί να αποτελέσει πηγή απόλαυσης που συνεχίζεται και πέρα από την ικανοποίηση της πείνας. Το βρέφος μπορεί να πιπιλά ακόμη και αφού έχει χορτάσει και έτσι η δραστηριότητα αποκτά μια δική της ικανοποίηση που υπερβαίνει τη διατροφική της λειτουργία. Ο Λακάν αναπτύσσει την ιδέα ότι η ενόρμηση οργανώνεται ως μια κυκλική διαδρομή: ξεκινά από μια ερωτογενή ζώνη, στρέφεται γύρω από το αντικείμενο και επιστρέφει στην αφετηρία της. Η ικανοποίηση για το υποκείμενο βρίσκεται στην ίδια την πραγματοποίηση αυτής της διαδρομής και αυτό εξηγεί γιατί μια ενόρμηση μπορεί να ικανοποιείται χωρίς να εκπληρώνει κάποιον βιολογικό σκοπό, όπως η αναπαραγωγή. Στο ασυνείδητο συναντάμε μερικές ενορμήσεις: τη στοματική, την πρωκτική, τη σκοπική και την επικλητική (invocatory) , η οποία συνδέεται με τη φωνή. Καθεμία οργανώνεται γύρω από ιδιαίτερα αντικείμενα και περιοχές/οπές του σώματος (περιοχές όπου το “μέσα” συναντά το “έξω”). Η επιθυμία να βλέπει κανείς, να γίνεται αντικείμενο βλέμματος, να ακούει ή να προκαλεί μια φωνητική ανταπόκριση αποκτά έτσι τη δική της ενορμητική σημασία. Το αντικείμενο μικρό α βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της λειτουργίας. Πρόκειται για το αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας, αυτό το οποίο τα εξωτερικά αντικείμενα ενσαρκώνουν σε μια συνεχή μετωνυμική διαδιακασία, και το οποίο συνδέεται με την αρχική απώλεια, το υπόλειμμα που παράγεται από τη συγκρότηση του υποκειμένου. Με άλλα λόγια, ο Λακάν συσχετίζει τα διαφορετικά αντικείμενα μικρό α με την απώλεια που αναπαριστά μυθικά η lamella. Το στήθος, για παράδειγμα, αποκτά σημασία και ως ένα αντικείμενο μέσα στη διαδικασία του απογαλακτισμού το οποίο το υποκείμενο καλείται να αποχωρηστεί, επί του οποίου δηλαδή εισάγεται μία απογόρευση. Ψυχικά, η απώλειά του δεν αφορά απλώς την απομάκρυνση από μια πηγή τροφής αφού συμμετέχει στη συγκρότηση ενός αντικειμένου γύρω από το οποίο μπορεί να οργανωθεί η ενόρμηση. Παρατηρούμε εδώ επίσης πώς η απογόρευση είναι προϋπόθεση της επιθυμίας. Παρόμοια, το βλέμμα και η φωνή μπορούν να λειτουργούν ως αντικείμενα της ενόρμησης, αποκτώντας μια θέση που υπερβαίνει τις αισθητηριακές λειτουργίες της όρασης και της ακοής. Η ενορμητική ικανοποίηση, επομένως, έχει μια δική της λογική. Το σώμα μπορεί να αναζητά και να επαναλαμβάνει μορφές απόλαυσης που δεν υπηρετούν άμεσα τη συντήρηση της ζωής.

Σε αυτό το σημείο γίνεται ορατή η σχέση με την ενόρμηση θανάτου. Η ενόρμηση μπορεί να επιμένει σε μια επαναλαμβανόμενη διαδρομή ακόμη και όταν η επανάληψη αυτή προκαλεί δυσφορία, περιορίζει το υποκείμενο ή συγκρούεται με τις συνειδητές του επιδιώξεις. Το 1920 ο Φρόυντ είχε ήδη αναγνωρίσει τη σημασία του καταναγκασμού της επανάληψης. Παρατήρησε ότι οι άνθρωποι μπορούν να επαναλαμβάνουν οδυνηρές εμπειρίες, παρότι η επανάληψη δεν φαίνεται να υπηρετεί την ευχαρίστησή τους. Ο Λακάν θα εισάγει την έννοια της απόλαυσης, της jouissance η οποία περιγράφει μία απόλαυση που μπορεί να υπερβαίνει τα όρια της ευχαρίστησης. Μπορεί να περιλαμβάνει ένταση, πόνο και μια επιμονή που βρίσκεται σε αντίθεση με όσα το υποκείμενο θεωρεί ωφέλιμα για τον εαυτό του. Η ενόρμηση θανάτου υπό αυτό το πρίσμα αποτελεί μια θεωρητική έννοια που επιχειρεί να εξηγήσει την επιμονή της επανάληψης πέρα από την αρχή της ευχαρίστησης. Ο Λακάν φτάνει μάλιστα να υποστηρίξει, στο “Θέση του ασυνειδήτου”, ότι κάθε ενόρμηση είναι δυνητικά ενόρμηση θανάτου μεταβάλλοντας τη φροϋδική αντίθεση ανάμεσα στις ενορμήσεις ζωής και θανάτου και δίνοντας στον θάνατο μια θέση μέσα στην λειτουργία της σεξουαλικής ενόρμησης. Η ενόρμηση αντιπροσωπεύει κάτι από τη χαμένη ζωή του έμφυλου όντος και συγχρόνως λειτουργεί μέσα από μια επανάληψη που μπορεί να υπερβαίνει τις ανάγκες του οργανισμού. Η lamella αποδίδει με τρόπο μυθικό αυτή τη συνθήκη: μία μη καταστρέψιμη ζωική δύναμη επιμένει εκεί που το βιολογικό σώμα έχει όρια.

Η εξαφάνιση του υποκειμένου και η επιθυμία του Άλλου

Η σχέση ανάμεσα στην απώλεια, στην επιθυμία και στον θάνατο εμφανίζεται και σε μια άλλη πλευρά της λακανικής θεωρίας. Στο “Θέση του ασυνειδήτου”, ο Λακάν εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο συγκροτείται μέσα από δύο θεμελιώδεις πράξεις: την αλλοτρίωση και τον αποχωρισμό. Η αλλοτρίωση αφορά την εξάρτηση του υποκειμένου από το σημαίνον. Για να αποκτήσει μια θέση στον συμβολικό κόσμο, χρειάζεται να αναπαρασταθεί μέσα από τα σημαίνοντα του Άλλου με τα οποία ποτέ δεν συμπίπτει πλήρως. Ο αποχωρισμός αφορά τη συνάντηση του υποκειμένου με την έλλειψη στον Άλλο. Το παιδί αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι εκείνος από τον οποίο εξαρτάται έχει επιθυμίες που δεν περιορίζονται σε αυτό. Μπορεί να απουσιάζει, να στρέφεται προς άλλους ανθρώπους, να ενδιαφέρεται για πράγματα των οποίων το νόημα παραμένει ακατανόητο για το παιδί. Μέσα από αυτή τη συνάντηση όμως προκύπτει το ερώτημα: τι θέλει ο Άλλος από εμένα; Η απάντηση δεν είναι ποτέ απολύτως διαθέσιμη. Ο Λακάν διατυπώνει εδώ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ερώτημα, το οποίο το υποκείμενο μπορεί να θέσει απέναντι στην επιθυμία του Άλλου: «Μπορεί να με χάσει;» Το παιδί μπορεί να επιχειρήσει να αντιληφθεί τη σημασία που έχει για τον Άλλο μέσα από την πιθανότητα της δικής του απουσίας: αν έλειπα θα με αναζητούσε, αν εξαφανιζόμουν, τι θα σήμαινε αυτό για εκείνον; Η εξαφάνιση αποκτά έτσι μια θέση μέσα στη διαλεκτική της επιθυμίας. Ο Λακάν συνδέει αυτή τη δυνατότητα με την ενόρμηση θανάτου, επειδή το υποκείμενο μπορεί να εισαγάγει τη δική του απώλεια ως απάντηση στο αίνιγμα της επιθυμίας του Άλλου. Πρόκειται για μια δομική δυνατότητα που αφορά τη θέση του υποκειμένου στον συμβολικό δεσμό η οποία δεν προϋποθέτει κάποια πραγματική επιθυμία αυτοκαταστροφής. Φαντασιακά όμως, η απώλεια μπορεί να αποκτήσει μια λειτουργία μέσα στη σχέση με τον Άλλο. Το υποκείμενο αναζητά τη σημασία της ύπαρξής του μέσα από το ερώτημα τι θα προκαλούσε η απουσία του. Έτσι, ακόμη και ο θάνατος μπορεί να εισέλθει στη ζωή του ανθρώπου ως σημασία, ως φαντασίωση και ως ερώτημα για την επιθυμία του Άλλου. Όλα αυτά όμως μας επιστρέφουν στο αρχικό ερώτημα.

Πώς συγκροτείται η έμφυλη θέση του υποκειμένου;

Ο Λακάν υποστηρίζει ότι η σεξουαλικότητα αντιπροσωπεύεται στο ασυνείδητο μέσω των μερικών ενορμήσεων από τις οποίες καμία δεν προσφέρει μια πλήρη αναπαράσταση του αρσενικού και του θηλυκού. Αυτό σημαίνει ότι η ψυχική ζωή δεν διαθέτει έναν φυσικό, ολοκληρωμένο οδηγό που να προσδιορίζει τι σημαίνει να είναι κανείς άνδρας ή γυναίκα, πώς πρέπει να επιθυμεί και πώς θα συναντήσει τον σεξουαλικό του σύντροφο. Οι άνθρωποι αναζητούν απαντήσεις στον κόσμο μέσα στον οποίο μεγαλώνουν. Η οικογένεια, η κοινωνία, οι πολιτισμικές αναπαραστάσεις και οι σημαντικοί άλλοι προσφέρουν σημαίνοντα μέσα από τα οποία το υποκείμενο μπορεί να συγκροτήσει μια έμφυλη θέση. Ωστόσο, οι ταυτίσεις αυτές δεν εξαντλούν τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η επιθυμία.

Στο κείμενο Η σημασία του φαλλού (1958), ο Λακάν εξετάζει τη συγκρότηση της σεξουαλικής διαφοράς μέσα από τη διάκριση ανάμεσα στο να είναι κανείς και στο να έχει τον φαλλό. Ο φαλλός λειτουργεί ως σημαίνον της έλλειψης και άρα της επιθυμίας, και η διάκριση αφορά τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να τοποθετηθεί απέναντι στην έλλειψη και στην επιθυμία του Άλλου. Το παιδί μπορεί να επιδιώξει να γίνει εκείνο που λείπει από τον Άλλο, να καταλάβει μια θέση που θα του εξασφάλιζε την επιθυμία και την αγάπη του. Αργότερα, οι ταυτίσεις και η συμβολική λειτουργία του ευνουχισμού διαμορφώνουν διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης αυτής της σχέσης. Το πρόβλημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην υστερία μέσα από το ερώτημα δηλαδή «Τι είναι μια γυναίκα;». Επιστρέφοντας στην περίπτωση της Ντόρας, παρατηρεί ότι το υποκείμενο μπορεί να επιχειρήσει να προσεγγίσει το αίνιγμα της θηλυκότητας μέσα από μια ταύτιση με τον άνδρα που επιθυμεί μια γυναίκα. Η θέση της κυρίας Κ. αποκτά για τη Ντόρα μια ιδιαίτερη σημασία. Εκεί φαίνεται να βρίσκεται κάτι που η ίδια αναζητά σχετικά με τη θηλυκότητα. Το παράδειγμα δείχνει πώς ένα υποκείμενο μπορεί να χρησιμοποιήσει τις ταυτίσεις του προκειμένου να διερευνήσει τη δική του θέση απέναντι στη σεξουαλική διαφορά. Αυτή η προβληματική δεν αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες ή την υστερία, αντίθετα, είναι ο τρόπος με τον οποίο κάθε άνθρωπος συγκροτεί την αρρενωπότητα ή τη θηλυκότητά του και σχετίζεται με την προσωπική του ιστορία, τις ασυνείδητες ταυτίσεις και τη σχέση του με την επιθυμία.

Στη δεκαετία του 1970, ο Λακάν θα δώσει το Σεμινάριο XX, Encore (1972–1973), όπου αναπτύσσει τους τύπους της εμφυλοποίησης και διακρίνει δύο λογικούς τρόπους σχέσης με τη φαλλική λειτουργία. Η ανδρική πλευρά οργανώνεται μέσα από τη λογική της καθολικότητας και της εξαίρεσης. Η γυναικεία πλευρά μέσα από τη λογική του μη-όλου, του pas-tout. Οι θέσεις αυτές αποτελούν λογικούς τρόπους οργάνωσης της απόλαυσης. Για την παρούσα συζήτηση, το σημαντικό είναι ότι η σεξουαλική διαφορά παραμένει ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω μιας ολοκληρωμένης συμβολικής γνώσης. Ως εκ τούτου, προκύπτει η περίφημη θέση του Λακάν ότι «δεν υπάρχει σεξουαλική σχέση». Διαπιστώνεται δηλαδή απουσία ενός καθολικού τύπου που να εγγυάται τη συμπληρωματικότητα ανάμεσα στις έμφυλες θέσεις. Οι άνθρωποι μπορούν να επιθυμούν, να αγαπιούνται και να συναντιούνται σεξουαλικά. Η συνάντηση αυτή, ωστόσο, οργανώνεται μέσα από τις ιδιαίτερες συνθήκες της επιθυμίας και της απόλαυσης του καθενός.

Ο έρωτας και η αναζήτηση αυτού που χάθηκε

Επιστρέφοντας στον έρωτα με μια λακανική ματιά περνάμε από τον μύθο του Αριστοφάνη, ο ερωτικός σύντροφος αποτελεί το χαμένο μισό που μπορεί να αποκαταστήσει την αρχική ενότητα. Ο Λακάν όμως μετατοπίζει το αντικείμενο αυτής της αναζήτησης καθώς θα πει πως εκείνο που αναζητά το υποκείμενο στον έρωτα συνδέεται με μια απώλεια που έχει ήδη εγγραφεί στη συγκρότησή του ως έμφυλου και ομιλούντος όντος. Η αναζήτηση του συντρόφου μπορεί να συνοδεύεται από την προσδοκία ότι η συνάντηση με έναν άλλον άνθρωπο θα προσφέρει κάτι από την πληρότητα που λείπει. Με τον τρόπο αυτό ο  ερωτικός σύντροφος αποκτά μια θέση μέσα στη φαντασίωση του υποκειμένου: μπορεί να ενσαρκώνει αυτό που προκαλεί την επιθυμία του, να προσφέρει μια αίσθηση αναγνώρισης ή να συνδέεται με ιδιαίτερες ασυνείδητες αναπαραστάσεις. Η επιθυμία, όμως, διατηρεί μια σχέση με την έλλειψη καθώς η ικανοποίηση μιας επιθυμίας μπορεί να δώσει τη θέση της σε μια άλλη, ενώ η ενόρμηση εξακολουθεί να ακολουθεί τη δική της επαναλαμβανόμενη διαδρομή. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία και στην ενόρμηση έχει ιδιαίτερη κλινική σημασία. Ένας άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί συνειδητά μια σταθερή ερωτική σχέση και να αναγνωρίζει την αξία της, ενώ επαναλαμβάνει σχέσεις στις οποίες βιώνει απόσταση ή απόρριψη. Ένας άλλος μπορεί να αναζητά την επιβεβαίωση ότι είναι επιθυμητός, χωρίς η επιβεβαίωση αυτή να αποκτά ποτέ μια διάρκεια που να τον ικανοποιεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η διερεύνηση επιχειρεί να κατανοήσει ποια θέση αποκτά η επανάληψη στην ιδιαίτερη ζωή του υποκειμένου. Η επανάληψη μπορεί να αφορά έναν γνώριμο τρόπο σχέσης με την επιθυμία του Άλλου. Μπορεί να συνδέεται με μια ασυνείδητη φαντασίωση, μια παλαιότερη σύγκρουση ή έναν ιδιαίτερο τρόπο απόλαυσης. Η εργασία λοιπόν αναζητά το νόημα αυτών των επαναλήψεων μέσα από τον λόγο του συγκεκριμένου ανθρώπου. Και εδώ επανέρχεται το ζήτημα της σεξουαλικής διαφοράς. Ο τρόπος με τον οποίο κάποιος επιθυμεί και απολαμβάνει δεν προκύπτει απευθείας από την ανατομία του, διαμορφώνεται μέσα από τη συνάντηση της σωματικής ζωής με τη γλώσσα και το ασυνείδητο. Με ποιους τρόπους όμως αντιμετωπίζει το υποκείμενο τη σεξουαλική διαφορά;
Ο Λακάν δεν παρουσιάζει έναν ενιαίο, κλειστό κατάλογο «λύσεων». Μπορούμε όμως, σνα αναγνωρίσουμε μερικούς βασικούς μηχανισμούς:

  1. Μέσω της ταύτισης: το υποκείμενο υιοθετεί εικόνες, ιδανικά και σημαίνοντα που του επιτρέπουν να αποκτήσει μια έμφυλη θέση.
  2. Μέσω της φαντασίωσης: οργανώνει ένα σενάριο που προσδίδει συνοχή στην επιθυμία του και καθορίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες ένας άλλος μπορεί να γίνει ερωτικά επιθυμητός.
  3. Μέσω του συμπτώματος: ένας ιδιαίτερος τρόπος σύγκρουσης, επιθυμίας και απόλαυσης αποκτά επαναλαμβανόμενη μορφή.
  4. Μέσω του έρωτα: το υποκείμενο επιχειρεί να δημιουργήσει έναν δεσμό εκεί όπου δεν υπάρχει εγγυημένη συμπληρωματικότητα. Ο έρωτας μπορεί να λειτουργήσει ως αναπλήρωση της ανυπαρξίας της σεξουαλικής σχέσης.

Η ζωή που τελειώνει και η επιθυμία που επιμένει

Αν επιστρέψουμε στη φράση του Λακάν ότι το άτομο σβήνει μέσα στο είδος αντιλαμβανόμαστε μία εικόνα όπου η  βιολογική ζωή συνεχίζεται μέσα από μια αλληλουχία γεννήσεων και θανάτων. Ο άνθρωπος, όμως, έχει τη δυνατότητα να μεταδίδει κάτι περισσότερο από τη βιολογική του κληρονομιά. Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα βρίσκεται έτσι στο σημείο συνάντησης της ζωής, του θανάτου και της γλώσσας. Το σώμα επιθυμεί και απολαμβάνει -μπορούμε να απολαύσουμε μόνο μέσω του σώματος. Η γλώσσα προσδίδει νόημα στη σεξουαλική διαφορά, το ασυνείδητο διαμορφώνει τις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες ο άλλος μπορεί να γίνει επιθυμητός και η συγκρότηση μιας έμφυλης θέσης αποτελεί μέρος αυτής της σύνθετης διαδικασίας. Ο άνθρωπος καλείται να βρει έναν τρόπο να ζήσει με ένα σώμα που έχει όρια, με μια επιθυμία που δεν μπορεί να γνωρίσει ολοκληρωτικά και με έναν άλλον του οποίου η απόλαυση παραμένει εν μέρει ξένη προς τη δική του. Η λακανική οπτική τον προσκαλεί να αναγνωρίσει πώς συγκροτήθηκε η ιδιαίτερη θέση του μέσα σε αυτές τις σχέσεις και ποιο μέρος της ζωής του εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από τις επιθυμίες, τις ταυτίσεις και τις απώλειες του παρελθόντος.

Με τον τρόπο αυτό, η σεξουαλική διαφορά αφορά κάτι βαθύτερο από το ερώτημα τι σημαίνει να είναι κανείς άνδρας ή γυναίκα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένα θνητό σώμα αποκτά μια θέση μέσα στη γλώσσα, επιθυμεί έναν άλλον άνθρωπο και αναζητά, μέσα στη διάρκεια της περιορισμένης ζωής του, έναν δικό του τρόπο να αγαπά και να απολαμβάνει.

Μοιράσου το!