Στην θεραπεία υπάρχει μια πληρωμή που γίνεται με τρόπο ορατό και μια άλλη που συνήθως παραμένει αθέατη. Ο άνθρωπος προσέρχεται με τον χρόνο του, τα χρήματά του, την οδύνη του, τις αντιστάσεις του, τα όνειρά του, τα όσα είναι βέβαιος και την αβεβαιότητα για όσα μπορεί να ανακαλύψει. Βάζει στον λόγο πράγματα που ενδεχομένως δεν έχει τολμήσει να πει σε κανέναν, ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Μαζί του βρίσκεται ένας άλλος άνθρωπος, του οποίου η θέση μοιάζει εκ πρώτης όψεως προνομιακή. Ακούει, παρεμβαίνει, σιωπά και βεβαίως αμείβεται. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι σε αυτή τη σχέση ο ένας πληρώνει και ο άλλος εισπράττει. Είναι όμως έτσι ακριβώς;
Το 1958, στο κείμενό του «Η κατεύθυνση της θεραπείας και οι αρχές της ισχύος της», ο Ζακ Λακάν μιλά για κάτι διαφορετικό. Η ψυχανάλυση αποτελεί μια κοινή επιχείρηση στην οποία και ο αναλυτής οφείλει να καταβάλει το τίμημά του. Πληρώνει με τις λέξεις του, με το πρόσωπό του και με την κρίση του (Lacan, 1958/1966, σ. 587).
Αυτό αποτελεί τον πυρήνα του ερωτήματος που διατρέχει ολόκληρο το κείμενο του: τι είναι εκείνο που επιτρέπει στον αναλυτή να ασκεί μια πράξη πάνω στην ψυχική ζωή ενός άλλου ανθρώπου και πώς μπορεί να χρησιμοποιεί την ισχύ που του προσδίδει η θέση του χωρίς να τη μετατρέπει σε μέσο επιβολής;
Το τίμημα των λέξεων
Ο αναλυτής πληρώνει πρώτα με τις λέξεις του. Καταλαβαίνει κανείς πόσο σημσντικο είναι αυτό εάν σκεφτεί ότι η ψυχανάλυση είναι μια πρακτική στην οποία το κυριότερο μέσο εργασίας είναι ο λόγος. Μια λέξη, μια ερώτηση, η επανάληψη μιας φράσης ή ακόμη και η διακοπή μιας συνεδρίας μπορούν να αποκτήσουν συνέπειες που υπερβαίνουν την πρόθεση εκείνου που παρεμβαίνει. Ο Λακάν αναφέρεται στη μεταμόρφωση που υφίστανται οι λέξεις μέσα στην αναλυτική διαδικασία, όταν αποκτούν ερμηνευτικό αποτέλεσμα. Η αποτελεσματικότητά τους συνδέεται με τη θέση που καταλαμβάνουν μέσα στον λόγο του αναλυομένου, με τη σημαίνουσα αλυσίδα στην οποία εγγράφονται και με τη μεταβίβαση μέσα από την οποία ακούγονται. Ο αναλυτής μπορεί να χρησιμοποιήσει τις λέξεις του αλλά δεν μπορεί να ελέγξει τι θα κάνουν αυτές στην διαδικασία.
Το ερμηνευτικό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ορθότητα μιας εξήγησης. Μια ερμηνεία μπορεί να είναι θεωρητικά εύλογη και συγχρόνως να λειτουργεί ως ένα ακόμη νόημα που προσφέρεται στον αναλυόμενο για να το υιοθετήσει. Αντίθετα, μια φαινομενικά ασήμαντη παρέμβαση μπορεί να αναδείξει μια ασυνείδητη σύνδεση, επιτρέποντας στον λόγο να ακολουθήσει μια απροσδόκητη κατεύθυνση.
Εδώ βρίσκεται και ο ιδιαίτερος κίνδυνος της αναλυτικής ισχύος. Ο αναλυτής μιλά από μια θέση στην οποία ο αναλυόμενος μπορεί να αποδίδει γνώση, κύρος και αυθεντία. Μια ερμηνεία ενδέχεται να γίνει αποδεκτή επειδή προέρχεται από εκείνον και όχι επειδή αναδύθηκε κάτι από την ασυνείδητη αλήθεια του υποκειμένου. Η μεταβίβαση καθιστά έτσι δυνατή την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις της υποβολής.
Ο αναλυτής οφείλει να αναγνωρίζει αυτή τη διπλή δυνατότητα κάθε φορά που αποφασίζει να μιλήσει. Η θεωρητική του γνώση δεν αρκεί για να εγγυηθεί το αποτέλεσμα. Η ευθύνη του αφορά την επιλογή της παρέμβασης, τη χρονική στιγμή στην οποία πραγματοποιείται και τις συνέπειες που μπορεί να έχει για την πορεία της ανάλυσης.
Υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να αποκαλύπτει κανείς στον άλλον τι υποτίθεται ότι κρύβει και στο να δημιουργεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες κάτι από το ασυνείδητό του μπορεί να αρθρωθεί. Στην πρώτη περίπτωση ο αναλυτής μπορεί να καταλάβει τη θέση του κατόχου της αλήθειας. Στη δεύτερη η αλήθεια αναζητείται μέσα από την ιδιαίτερη εργασία του υποκειμένου με τον λόγο του. Η πληρωμή με τις λέξεις απαιτεί αυτός που ακούει να αναλαμβάνει την ευθύνη του λόγου του, γνωρίζοντας ότι η σημασία και οι συνέπειές του δεν βρίσκονται ποτέ ολοκληρωτικά υπό τον έλεγχό του.
Το πρόσωπο που προσφέρεται στη μεταβίβαση
Το δεύτερο τίμημα είναι το πιο παράδοξο. Ο αναλυτής πληρώνει με το πρόσωπό του, επειδή το προσφέρει ως στήριγμα των ιδιαίτερων φαινομένων που αναδύονται στη μεταβίβαση. Όποιος έχει βρεθεί σε μια αναλυτική σχέση γνωρίζει ότι ο αναλυτής μπορεί να αποκτήσει μια σημασία δυσανάλογη προς όσα γνωρίζει πραγματικά ο αναλυόμενος γι’ αυτόν. Μπορεί να αγαπηθεί με ένταση, να προκαλέσει φόβο, να γίνει αντικείμενο θαυμασμού, δυσπιστίας ή οργής. Μια καθυστέρηση, μια σιωπή, μια αλλαγή στον τόνο της φωνής του μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η μεταβίβαση δεν εξηγείται επαρκώς ως συναισθηματική αντίδραση απέναντι στην πραγματική προσωπικότητα του αναλυτή. Μέσα από αυτήν επανενεργοποιούνται ασυνείδητες θέσεις, προσδοκίες και τρόποι σχέσης με τον Άλλο. Ο αναλυτής μπορεί να βρεθεί στη θέση εκείνου που απορρίπτει, εκείνου που γνωρίζει, εκείνου που επιθυμεί ή εκείνου από τον οποίο εξαρτάται η αναγνώριση του υποκειμένου. Αυτή η θέση δεν ταυτίζεται με το πρόσωπο που είναι ο αναλυτής έξω από τη συνεδρία. Ταυτόχρονα όμως, η μεταβίβαση τον αφορά. Το πρόσωπό του γίνεται μέρος της αναλυτικής σκηνής, ακόμη και όταν ο ίδιος δεν έχει επιδιώξει τις σημασίες που του αποδίδονται. Η αναλυτική εργασία μπορεί να αναπτυχθεί ακριβώς επειδή ο αναλυτής αντέχει να καταλαμβάνει, προσωρινά, μια θέση που ενδέχεται να μην αντιστοιχεί στα πραγματικά του συναισθήματα.
Αυτό έχει ένα κόστος στον βαθμό που ο αναλυτής καλείται να μην υπερασπίζεται διαρκώς την εικόνα του. Η ανάγκη να θεωρείται καλός, δίκαιος, ενδιαφέρων ή αγαπητός μπορεί να τον οδηγήσει σε παρεμβάσεις που εξυπηρετούν περισσότερο τη δική του ναρκισσιστική ισορροπία παρά την αναλυτική εργασία. Εάν αισθάνεται ότι πρέπει να αποδεικνύει διαρκώς την καλοσύνη του, μπορεί να μετατρέπει τη συνεδρία σε μια ακολουθία διαβεβαιώσεων. Εάν χρειάζεται να αναγνωρίζεται ως εξαιρετικός αναλυτής, μπορεί να αναζητά επιβεβαίωση μέσα από την πρόοδο ή τον θαυμασμό του αναλυομένου. Εάν δυσκολεύεται να αντέξει την εχθρότητα, ενδέχεται να επιχειρεί να την εξουδετερώσει πριν μπορέσει να αποκτήσει θέση στον αναλυτικό λόγο. Το Εγώ του αναλυτή δεν μπορεί να διεκδικεί συνεχώς τον πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα στη μεταβίβαση. Βέβαια, η αποδοχή της μεταβίβασης δεν συνεπάγεται ότι ο αναλυτής πρέπει να ανέχεται αδιακρίτως οτιδήποτε ούτε ότι κάθε παράπονο του αναλυομένου αποτελεί προβολή ή επανάληψη μιας παλαιότερης σχέσης. Ο αναλυτής όμως παραμένει υπεύθυνος για τις πραγματικές πράξεις, τις παραλείψεις και τα όρια του. Μια αναλυτική στάση που θα απέδιδε κάθε δυσφορία του ασθενούς στη μεταβίβαση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο αποποίησης ευθύνης. Η πληρωμή με το πρόσωπο αφορά την αποδοχή ότι ο αναλυτής εισέρχεται στην ψυχική πραγματικότητα του αναλυομένου ως φορέας σημασιών που δεν ελέγχει πλήρως. Οφείλει να διακρίνει τι ανήκει στη μεταβιβαστική σκηνή, τι προέρχεται από τις δικές του πράξεις και πώς η σχέση αυτή μπορεί να υπηρετήσει την αναλυτική εργασία. Αυτό σημαίνει ότι το προσωπικό του συμφέρον να αναγνωρίζεται, να αγαπιέται ή να δικαιώνεται δεν μπορεί να καθορίζει την κατεύθυνση της θεραπείας.
Το πιο δύσκολο τίμημα: η ίδια του η κρίση
Η τρίτη πληρωμή συνίσταται λεει ο Λακάν στο ότι ο αναλυτής πρέπει να πληρώσει με ό,τι ουσιώδες υπάρχει στην πιο μύχια κρίση του, καθώς εμπλέκεται σε μια πράξη που φτάνει μέχρι τον πυρήνα του είναι. Ο αναλυτής διαθέτει αναπόφευκτα προσωπικές πεποιθήσεις, αξίες και αντιλήψεις για τη ζωή. Έχει μια ιστορία μέσα από την οποία διαμορφώθηκαν οι ιδέες του για την αγάπη, τη σεξουαλικότητα, την οικογένεια, την ευθύνη, την ελευθερία και την ευτυχία. Διαθέτει επίσης επιστημονική γνώση και κλινική κρίση, απαραίτητες για την άσκηση του έργου του. Όμως αυτές οι πεποιθήσεις δεν πρέπει να μετατρέπονται σε μέτρο της αλήθειας του αναλυομένου. Μια γυναίκα που παραμένει σε μια δυστυχισμένη σχέση μπορεί να αντιμετωπιστεί ως άνθρωπος που δεν έχει αποκτήσει επαρκή αυτονομία. Ένας άνδρας που επιλέγει να μην αποκτήσει οικογένεια μπορεί να θεωρηθεί ότι αποφεύγει την ωριμότητα. Κάποιος που δυσκολεύεται να συγχωρήσει έναν γονέα μπορεί να ακούσει ότι χρειάζεται να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του.
Καθεμία από αυτές τις κρίσεις προϋποθέτει μια ορισμένη αντίληψη για το πώς οφείλει να εξελίσσεται ένας άνθρωπος. Μια αντίληψη που μπορεί να φαίνεται αυτονόητη στον αναλυτή, επειδή συμπίπτει με τις προσωπικές του αξίες ή με τα ιδεώδη της θεραπευτικής κουλτούρας στην οποία έχει εκπαιδευτεί. Για τον Λακάν, εδώ βρίσκεται ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους της ψυχαναλυτικής πράξης. Ο αναλυτής μπορεί να οδηγηθεί στην άσκηση εξουσίας ακριβώς τη στιγμή που πιστεύει ότι γνωρίζει τι είναι καλό για τον άλλον. Με τον τρόπο αυτό η ανάλυση οργανώνεται τότε γύρω από έναν σκοπό που έχει προκαθοριστεί από τη δική του κρίση.
Η τρίτη πληρωμή απαιτεί την εγκατάλειψη αυτής της προνομιακής θέσης. Ο αναλυτής χρειάζεται να επιτρέπει στην αναλυτική εμπειρία να θέτει υπό αμφισβήτηση ακόμη και τις πιο βαθιά εδραιωμένες βεβαιότητές του. Η απαίτηση αυτή αφορά την επιστημολογική και ηθική του θέση. Η ψυχαναλυτική γνώση, η γνώση του ασυνείδητου αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο της εργασίας του, αλλά η αλήθεια κάθε υποκειμένου αρθρώνεται μέσα από τη μοναδική του ιστορία.
Βρωριως, η πληρωμή με την προσωπική κρίση δεν σημαίνει ότι ο αναλυτής αποποιείται την κλινική του ευθύνη ή παραιτείται από τη δυνατότητα να κρίνει. Η αναγνώριση της πραγματικής βίας, του κινδύνου, της παραβίασης ορίων ή μιας σοβαρής κλινικής δυσκολίας παραμένει μέρος αυτής της ευθύνης. Εκείνο που τίθεται υπό αμφισβήτηση όμως είναι η αξίωση του αναλυτή να κατέχει, χάρη στη δική του προσωπική βεβαιότητα, την τελική απάντηση για την επιθυμία και το είναι του άλλου.
Ακόμη, θα πει ο Λακαν ή θέση του αναλυτή δεν εξασφαλίζεται με την δήλωση ότι αφήνει στην άκρη τις προκαταλήψεις του. Η ίδια η αναλυτική εμπειρία θέτει σε δοκιμασία τη σχέση του με τη γνώση, την επιθυμία και όσα πιστεύει για τον εαυτό του. Ο αναλυτής δεν καταλαμβάνει τη θέση κάποιου που έχει υπερβεί την ανθρώπινη έλλειψη και μπορεί πλέον να καθοδηγήσει τον άλλον προς την πληρότητα. Η ίδια η θέση του οφείλει να διατηρεί ανοιχτό το πεδίο της επιθυμίας, δηλαδή της έλλειψης. Αυτή είναι και η διαφορά ανάμεσα στην αναλυτική πράξη και σε μια παιδαγωγική που έχει ήδη ορίσει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο αναλυτής αναλαμβάνει την κατεύθυνση της θεραπείας, ενώ ο αναλυόμενος καλείται να συναντήσει τις συνέπειες της δικής του ασυνείδητης ιστορίας.
Η ισχύς που δεν γίνεται εξουσία
Οι τρεις πληρωμές συγκλίνουν τελικά στο ίδιο πρόβλημα: στη σχέση του αναλυτή με την ισχύ που απορρέει από τη θέση του. Η ψυχανάλυση δημιουργεί μια ιδιαίτερη ασυμμετρία. Ο ένας μιλά ελεύθερα, αποκαλύπτει, επαναλαμβάνει, αναζητά και συχνά υποφέρει. Ο άλλος ακούει από μια θέση στην οποία μπορούν να συγκεντρωθούν προσδοκίες αγάπης, γνώσης, αναγνώρισης και σωτηρίας. Η ασυμμετρία αυτή καθιστά δυνατή τη μεταβίβαση, αλλά γεννά συγχρόνως έναν διαρκή πειρασμό. Ο αναλυτής μπορεί να επιθυμήσει να γίνει πραγματικά αυτό που ο αναλυόμενος φαντάζεται ότι είναι. Να γίνει εκείνος που ξέρει, εκείνος που σώζει, εκείνος που καταλαβαίνει καλύτερα από όλους, εκείνος του οποίου η γνώμη αποκτά την αξία της τελικής αλήθειας. Τότε η ερμηνεία αποκτά τη μορφή διαβεβαίωσης ή ετυμηγορίας, η μεταβίβαση γίνεται πηγή ναρκισσιστικής ικανοποίησης και η θεραπεία μπορεί να οδηγηθεί προς τα ιδεώδη εκείνου που υποτίθεται ότι κατέχει τη γνώση. Όμως ο Λακαν ζητά μια διαρκή εργασία πάνω στη θέση από την οποία ο αναλυτής μιλά, ακούει και παρεμβαίνει. Πληρώνει με τις λέξεις του, επειδή γνωρίζει ότι ο λόγος του έχει συνέπειες που δεν μπορεί να προβλέψει ολοκληρωτικά. Πληρώνει με το πρόσωπό του, επειδή δέχεται να καταλαμβάνει θέσεις μέσα στη μεταβίβαση χωρίς να τις μετατρέπει σε προσωπική θέση. Πληρώνει με την πιο μύχια κρίση του, επειδή η αναλυτική πράξη μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση ακόμη και τις βεβαιότητες πάνω στις οποίες έχει στηρίξει την εικόνα του για τον κόσμο. Ίσως γι’ αυτό η ψυχανάλυση αποτελεί τόσο βαθιά συνάντηση γιατί, εάν φτάνει πράγματι μέχρι τον πυρήνα του είναι, ο κανείς δεν μπορεί να απαιτεί να παραμείνει ο μόνος ανέγγιχτος.