Το ψυχαναγκαστικό νευρωτικό ύφος εμφανίζεται συχνά σε ανθρώπους ιδιαίτερα λειτουργικούς, συνεπείς, οργανωμένους και παραγωγικούς, με μεγάλη ικανότητα συγκέντρωσης και αξιοσημείωτη αντοχή στην προσπάθεια. Ο David Shapiro, στο Neurotic Styles, περιγράφει αυτή την οργάνωση κυρίως ως έναν ιδιαίτερο τρόπο λειτουργίας που διαπερνά τη σκέψη, τη δράση, την εμπειρία της αυτονομίας και τη σχέση του ατόμου με την πραγματικότητα. Η ακαμψία, η έντονα κατευθυνόμενη δραστηριότητα και η δυσκολία στην ελεύθερη μετακίνηση της προσοχής συνδέονται μεταξύ τους και σχηματίζουν έναν σταθερό τρόπο ύπαρξης.
Η ζωή αυτού του ανθρώπου οργανώνεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από την προσπάθεια. Υπάρχει συνήθως μια αίσθηση ότι τα πράγματα απαιτούν διαρκή κατεύθυνση, προσοχή και έλεγχο, σαν κάθε δραστηριότητα να χρειάζεται κάποιον εσωτερικό επόπτη που θυμίζει, διορθώνει, πιέζει και κρατά την πορεία σταθερή. Ο Shapiro περιγράφει αυτή την κατάσταση ως μια ζωή γεμάτη σκόπιμη προσπάθεια, όπου η δραστηριότητα αποκτά έναν μόνιμα τεταμένο χαρακτήρα και η αίσθηση του «προσπαθώ» παραμένει παρούσα ακόμη και σε πράγματα που για άλλους ανθρώπους θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο αυθόρμητα.
Μέσα σε αυτή την οργάνωση, το «πρέπει» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο άνθρωπος κατευθύνει τον εαυτό του μέσα από απαιτήσεις που βιώνονται σαν αντικειμενικές αναγκαιότητες: η δουλειά απαιτεί, η υγεία απαιτεί, η ηθική απαιτεί, η ηλικία απαιτεί, η οικογένεια απαιτεί, η θέση του απαιτεί. Οι εντολές προέρχονται από τον ίδιο, όμως η εμπειρία τους μοιάζει περισσότερο με συμμόρφωση σε κάτι ανώτερο από την προσωπική του επιθυμία. Ο Shapiro περιγράφει αυτή τη σχέση με τις εσωτερικές προσταγές, όπου το άτομο λειτουργεί σαν εκπρόσωπος μιας εξωτερικής ή ηθικής αναγκαιότητας που έχει αναλάβει να υπηρετεί.
Στη σύγχρονη ζωή το περιεχόμενο αυτών των απαιτήσεων έχει αλλάξει αρκετά. Η εντολή μπορεί να αφορά την παραγωγικότητα, την ψυχική υγεία, την αυτοφροντίδα, την άσκηση, τη σωστή διαχείριση των σχέσεων, τα όρια, την προσωπική ανάπτυξη, τον ύπνο, την ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και την προσωπική ζωή. Έτσι, ο άνθρωπος μπορεί να οργανώνει ακόμη και τη χαλάρωσή του με τον ίδιο τρόπο που οργανώνει την εργασία του, να προγραμματίζει την ξεκούραση, να αξιολογεί αν φροντίζει αρκετά τον εαυτό του, να εξετάζει αν οι σχέσεις του είναι αρκετά υγιείς και να προσπαθεί να εντοπίσει ποια αντίδραση είναι η περισσότερο ώριμη ή κατάλληλη. Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του ψυχαναγκαστικού ύφους: η προσωπική επιθυμία χρειάζεται συχνά μια πρόσθετη δικαιολόγηση για να αποκτήσει ισχύ. Το «θέλω αυτό» μπορεί να μοιάζει λιγότερο επαρκές από το «αυτό είναι σωστό», «αυτό είναι λογικό», «αυτό είναι το καλύτερο», «αυτό είναι αυτό που πρέπει να κάνω». Η επιλογή μετατρέπεται έτσι σε διαδικασία αναζήτησης του σωστού κριτηρίου, με την ελπίδα ότι η προσωπική προτίμηση θα μπορέσει να αντικατασταθεί από μια περισσότερο ασφαλή και αντικειμενική απάντηση.
Ο Shapiro δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δυσκολία της απόφασης. Όταν ο ψυχαναγκαστικός άνθρωπος βρίσκεται μπροστά σε δύο ή περισσότερες επιλογές, συχνά αναζητά έναν κανόνα που θα οργανώσει την απόφαση και θα προσφέρει μια καθαρή απάντηση. Η επιλογή μιας δουλειάς μπορεί να γίνει σύγκριση απολαβών, προοπτικών και ασφάλειας, μια σχέση μπορεί να εξεταστεί μέσα από κριτήρια συμβατότητας, μια αγορά μέσα από τεχνικές προδιαγραφές και μια προσωπική απόφαση μέσα από ένα σύστημα επιχειρημάτων υπέρ και κατά. Με αυτόν τον τρόπο, το δίλημμα μετατρέπεται σε τεχνικό πρόβλημα που ζητά λύση. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η πραγματικότητα προσφέρει δύο επαρκείς επιλογές και αφήνει στο άτομο το βάρος της προτίμησης. Δύο επαγγελματικές διαδρομές μπορεί να έχουν πραγματικά πλεονεκτήματα, δύο σχέσεις μπορεί να κινητοποιούν διαφορετικές πλευρές του εαυτού, δύο πόλεις μπορεί να προσφέρουν διαφορετικούς τρόπους ζωής. Σε τέτοιες περιπτώσεις, περισσότερη σκέψη μπορεί να παράγει ακόμη περισσότερες εκδοχές αντί για μεγαλύτερη σαφήνεια. Ο Shapiro παρατηρεί ότι η ψυχαναγκαστική σκέψη μπορεί να διατηρεί την απόφαση σε μια σχεδόν τέλεια ισορροπία, καθώς κάθε στοιχείο που γέρνει την πλάστιγγα προς τη μία κατεύθυνση συνοδεύεται από ένα νέο στοιχείο που επαναφέρει την αμφιβολία.
Αυτό δίνει στην αμφιθυμία μια ιδιαίτερη θέση. Ο άνθρωπος κρατά ενεργές και τις δύο πλευρές της επιλογής για μεγάλο χρονικό διάστημα, εξετάζει ξανά τα ίδια δεδομένα, προσθέτει νέες παραμέτρους και επανέρχεται σε ήδη γνωστά επιχειρήματα. Η σκέψη συνεχίζει να εργάζεται ακόμη και όταν το υλικό έχει εξαντληθεί, επειδή ο στόχος παραμένει η ανακάλυψη εκείνης της απάντησης που θα προσφέρει οριστική βεβαιότητα. Ο Shapiro περιγράφει ακριβώς αυτή τη διαδικασία, όπου η αναζήτηση του «σωστού» συνεχίζεται πολύ περισσότερο από όσο επιτρέπουν τα πραγματικά δεδομένα.
Η ίδια οργάνωση εμφανίζεται και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η προσοχή. Το ψυχαναγκαστικό άτομο μπορεί να συγκεντρώνεται εξαιρετικά έντονα, να παρατηρεί λεπτομέρειες που διαφεύγουν από άλλους και να διακρίνεται σε πεδία που απαιτούν τεχνική ακρίβεια, επιμονή και συνέπεια. Αυτή η ικανότητα συνοδεύεται συχνά από μια δυσκολία στη μετάβαση από τη λεπτομέρεια στο σύνολο, από το εστιασμένο στο περιφερειακό και από το ήδη γνωστό σε κάτι νέο που εμφανίζεται απροσδόκητα. Η ακαμψία τώρα συνδέεται περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται η προσοχή παρά την απλή ισχυρογνωμοσύνη. Όταν η σκέψη έχει ήδη οργανωθεί γύρω από έναν συγκεκριμένο άξονα, τα νέα στοιχεία μπορεί να αποκτούν μικρότερη βαρύτητα επειδή διαταράσσουν την υπάρχουσα πορεία. Ο Shapiro περιγράφει αυτή τη λειτουργία σαν μια έντονα κατευθυνόμενη συγκέντρωση που προστατεύει τη σκέψη από παρεμβολές και επιτρέπει εντυπωσιακή τεχνική απόδοση, ενώ συγχρόνως περιορίζει την ελεύθερη μετακίνηση της προσοχής.
Στις σχέσεις αυτό μπορεί να φαίνεται πολύ καθαρά. Ένα σχόλιο, μια καθυστέρηση, μια αλλαγή στον τόνο, μια συγκεκριμένη συμπεριφορά ή μια μικρή αντίφαση μπορεί να αποκτήσει μεγάλη ψυχική βαρύτητα και να γίνει αντικείμενο εκτεταμένης επεξεργασίας. Το στοιχείο συχνά είναι πραγματικό, όμως η θέση του μέσα στο συνολικό τοπίο μπορεί να μεταβάλλεται. Η προσοχή στρέφεται τόσο έντονα επάνω του ώστε σταδιακά το μέρος αρχίζει να εκπροσωπεί το όλο. Από εδώ προκύπτει και η ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην αμφιβολία και στη βεβαιότητα. Ο Shapiro περιγράφει αυτές τις δύο καταστάσεις σαν συγγενείς μορφές της ίδιας οργάνωσης. Η μακρά αμφιβολία μπορεί κάποια στιγμή να καταλήξει σε μια απόφαση που αποκτά πολύ μεγάλη ακαμψία, σαν η βεβαιότητα να λειτουργεί ως τρόπος τερματισμού της προηγούμενης αμφιθυμίας. Η μετάβαση μπορεί μάλιστα να γίνει απότομα: μετά από μεγάλο διάστημα σκέψης, η επιλογή πραγματοποιείται και στη συνέχεια μετατρέπεται σε νέα οδηγία που οργανώνει τη δράση.
Στο σημείο αυτό γίνεται πιο κατανοητή και η σχέση του ψυχαναγκαστικού ύφους με το συναίσθημα. Η συναισθηματική εμπειρία χρειάζεται έναν βαθμό ψυχικής χαλάρωσης, επειδή πολλά συναισθήματα αναπτύσσονται μέσα από διαδικασίες που υπερβαίνουν τον συνειδητό σχεδιασμό. Ο ενθουσιασμός, η λύπη, ο έρωτας, ο θυμός ή η συγκίνηση εμφανίζονται πριν ακόμη οργανωθούν σε σκέψη. Όταν η εσωτερική λειτουργία στηρίζεται έντονα στην επιτήρηση, στον έλεγχο και στη συνεχή κατεύθυνση του εαυτού, το συναίσθημα περνά πολύ γρήγορα μέσα από τη σκέψη και αποκτά μια περισσότερο επεξεργασμένη μορφή. Ο Shapiro συνδέει αυτή τη σταθερή κατάσταση σκόπιμης δραστηριότητας με μια συρρίκνωση της ελεύθερης συναισθηματικής εμπειρίας. Ο άνθρωπος μπορεί να θυμώσει και σχεδόν αμέσως να εξετάσει αν ο θυμός του είναι δικαιολογημένος, να πληγωθεί και να αρχίσει να αναζητά τι ακριβώς σημαίνει η συμπεριφορά του άλλου, να ενθουσιαστεί και να περάσει γρήγορα στην αξιολόγηση των κινδύνων, να ερωτευτεί και παράλληλα να εξετάζει τη βιωσιμότητα της σχέσης. Με αυτόν τον τρόπο, η σκέψη γίνεται ο βασικός τρόπος μέσα από τον οποίο το άτομο συναντά και οργανώνει το συναίσθημά του.
Το ψυχαναγκαστικό ύφος επομένως αφορά περισσότερο από την τάξη, τον έλεγχο ή την τελειομανία. Αφορά έναν τρόπο ζωής στον οποίο η βούληση, η ευθύνη, η σκέψη και η προσπάθεια έχουν τεράστια ψυχική σημασία, ενώ η προσωπική επιθυμία χρειάζεται συχνά να περάσει πρώτα από ένα σύστημα κριτηρίων για να αποκτήσει νομιμότητα. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά τι είναι λογικό, ώριμο, χρήσιμο ή σωστό και να χρειάζεται πολύ περισσότερο χρόνο για να καταλάβει τι θέλει ο ίδιος. Ίσως γι’ αυτό το ψυχαναγκαστικό ύφος ταιριάζει τόσο εύκολα με αρκετές πλευρές της σύγχρονης ζωής. Ζούμε σε μια εποχή που προσφέρει αμέτρητους τρόπους μέτρησης, αξιολόγησης και βελτιστοποίησης της καθημερινότητας, από την εργασία και το σώμα μέχρι τις σχέσεις και την ψυχική υγεία. Σε έναν άνθρωπο που ήδη αναζητά κανόνες, κριτήρια και σαφείς οδηγίες, αυτή η κουλτούρα μπορεί να προσφέρει ένα σχεδόν ατελείωτο πεδίο μέσα στο οποίο το «πρέπει» μεταμφιέζεται σε αυτοφροντίδα, αυτογνωσία ή προσωπική εξέλιξη.