9 Απριλίου, 2026

Ψυχοπαθητικός ναρκισσισμός

Mηχανισμοί μεγαλοπρέπειας, ψυχρότητας και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας

Ο όρος «ψυχοπαθητικός ναρκισσισμός» είναι χρήσιμος όταν αντιμετωπίζεται ως περιγραφή μιας σύγκλισης ανάμεσα σε ναρκισσιστικά και ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά. Η σύγκλιση αυτή αφορά μια οργάνωση της προσωπικότητας όπου η μεγαλοπρέπεια, η λογική δικαιωματισμού, η ανάγκη κυριαρχίας και η εκμετάλλευση του άλλου συνδέονται με συναισθηματική ψυχρότητα, μειωμένη ενοχή, χαμηλή αναστολή και εργαλειακή χειριστικότητα. Η σύγχρονη διαστασιακή προσέγγιση τοποθετεί τον ναρκισσισμό και την ψυχοπάθεια στον ευρύτερο χώρο της παθολογίας που σχετίζεται με ανταγωνισμό και εξωτερίκευση, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι πρόκειται για διακριτές αλλά επικαλυπτόμενες κατασκευές, με διαφορετικούς μηχανισμούς και διαφορετικές συμπεριφορικές εκφράσεις (Krueger et al., 2021).

Η πρώτη αναγκαία διάκριση αφορά το κίνητρο. Η ψυχοπάθεια συνδέεται στενότερα με ανάλγητα, μη συναισθηματικά χαρακτηριστικά (callous-unemotional traits), δηλαδή με έλλειψη ενσυναίσθησης, περιορισμένη ενοχή και φτωχό συναισθηματικό βάθος, ενώ ο ναρκισσισμός οργανώνεται περισσότερο γύρω από μεγαλοπρέπεια, ευαλωτότητα της αυτοεικόνας, ανάγκη θαυμασμού και αντίδραση στην ταπείνωση ή στην απόρριψη (Pisano et al., 2017; Polier et al., 2013). Στις συμπεριφορικές εκδηλώσεις αυτό μεταφράζεται σε διαφορετικά πρότυπα: η ψυχοπάθεια προβλέπει ισχυρότερα άμεση επιθετικότητα, βίαιες αντικοινωνικές πράξεις και ενεργητικές μορφές επιθετικής διαδικτυακής συμπεριφοράς, ενώ ο ναρκισσισμός εμφανίζεται στενότερα δεμένος με μορφές κυριαρχίας που υπηρετούν την προστασία ή την αποκατάσταση ενός διογκωμένου εαυτού (Ubaradka & Khanganba, 2024· Blais et al., 2024). Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, όταν οι δύο οργανώσεις συμπλέκονται, η ανάγκη υπεροχής παύει να στηρίζεται μόνο στον θαυμασμό και αποκτά στηρίγματα στην ψυχρότητα, στην αποσύνδεση από την ενοχή και στην αποτελεσματική χρήση του άλλου.

Από ψυχοδυναμική σκοπιά, η συμβολή του Kernberg παραμένει εξαιρετικά εύστοχη για τη διάκριση αυτής της βαρύτερης μορφής. Περιγράφει το κακοήθες ναρκισσιστικό σύνδρομο ως συνδυασμό ναρκισσιστικής οργάνωσης, αντικοινωνικής συμπεριφοράς, εγωσυντονικού σαδισμού ή επιθετικότητας και έντονου παρανοϊκού προσανατολισμού (Kernberg, 1989). Σε αντίθεση με την αντι-κοινωνική προσωπικότητα «proper», στο κακοήθες ναρκισσιστικό μόρφωμα μπορεί να διατηρούνται αποσπασματικά κάποια ικανότητα πίστης, κάποιες ενοχικές αντιδράσεις ή κάποια πρόσβαση στην ιδέα ότι οι άλλοι έχουν ηθικές πεποιθήσεις. Ωστόσο, ο εσωτερικός κόσμος οργανώνεται γύρω από ένα παθολογικό μεγαλειώδη εαυτό που απορροφά την επιθετικότητα και υποκαθιστά ώριμες λειτουργίες υπερεγώ. Έτσι, η ηθική ρύθμιση δεν εδράζεται σε εσωτερικευμένη φροντίδα για τον άλλον, αλλά σε μια παντοδύναμη και συχνά σαδιστική δομή εαυτού (Kernberg, 1989).

Αυτός είναι ο πρώτος βασικός μηχανισμός του ψυχοπαθητικού ναρκισσισμού: η μετατροπή της αυτοεκτίμησης σε σύστημα κυριαρχίας. Στον απλό παθολογικό ναρκισσισμό, η αυτοεκτίμηση παραμένει υπερβολικά εξαρτημένη από θαυμασμό, εικόνα, ισχύ και εξωτερική επιβεβαίωση.

Ο Kernberg επισημαίνει ότι ήδη στη ναρκισσιστική προσωπικότητα η ντροπή υπερισχύει της ενοχής ως ρυθμιστικός μηχανισμός της κοινωνικής συμπεριφοράς, ενώ η αξία του εαυτού εξαρτάται δυσανάλογα από ομορφιά, δύναμη, πλούτο και θαυμασμό. Όταν σε αυτό προστεθεί η ψυχοπαθητική αποδυνάμωση των αναστολών, η υπεροχή παύει να είναι μόνο φαντασιακή ή αμυντική. Γίνεται δικαίωμα χρήσης του άλλου. Η εκμετάλλευση, η εξαπάτηση και η ταπείνωση του άλλου βιώνονται ως θεμιτό μέσο διατήρησης της παντοδυναμίας (Kernberg, 1989).

Ο δεύτερος κεντρικός μηχανισμός είναι η συναισθηματική ψυχρότητα ως αποδέσμευση από την ενοχή. Η διαστάση της αναλγητικότητας και έλλειψης συναισθήματος της ψυχοπάθειας συνδέονται με μειωμένη αντιδραστικότητα σοτν φόβο και και υποαντιδραστικότητα στην κορτιζόλη, στοιχεία που έχουν συσχετιστεί με μειωμένη ανταπόκριση στον κίνδυνο, χαμηλότερη ανασταλτικότητα και αυξημένη ροπή σε ριψοκίνδυνες ή επιθετικές συμπεριφορές (Polier et al., 2013· Pisano et al., 2017). Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά από τον ναρκισσισμό: ο ναρκισσιστής μπορεί να καταρρεύσει από ταπείνωση ή να εκραγεί από προσβολή ενώ ο ψυχοπαθητικός τύπος μπορεί να παραμείνει ψυχρός. Όταν αυτά συνδυάζονται, προκύπτει προσωπικότητα που όχι μόνο χρειάζεται να νικήσει, αλλά μπορεί να το επιδιώξει χωρίς ουσιαστική εσωτερική παρεμπόδιση.

Ο τρίτος μηχανισμός είναι η εργαλειακή χειριστικότητα. Η ψυχοπαθητική χειριστικότητα πρόκειται για μια τεχνική διαπροσωπικής επιβολής που αξιοποιεί την κοινωνική προσδοκία ότι η εξωτερική συναισθηματική έκφραση αντιστοιχεί σε πραγματικό εσωτερικό βίωμα. Στο ηγετικό πλαίσιο, η «μάσκα κανονικότητας» στηρίζεται στο πρόσωπο εμφανίζει συναισθηματική αξιοπιστία χωρίς να εμπλέκεται γνήσια συναισθηματικά (Wisse et al., 2024). Το αποτέλεσμα είναι ότι οι άλλοι εμπιστεύονται πρόσωπα που δεν δεσμεύονται από τις ίδιες συναισθηματικές και ηθικές συνθήκες που θεωρούν αυτονόητες για τον μέσο άνθρωπο. Στο ίδιο επίπεδο ανήκει και η στρατηγική παρουσίαση του εαυτού δηλαδή η σκόπιμη παραποίηση της εικόνας του εαυτού, όχι ως έκρηξη άγχους ή ντροπής, αλλά որպես υπολογισμένη εντύπωση-διαχείριση (Groth & Kleka, 2018).

Ο τέταρτος και ίσως πιο καταστροφικός μηχανισμός είναι η διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Το gaslighting λειτουργεί ως συστηματική επέμβαση στην ικανότητα του άλλου να εμπιστεύεται τη μνήμη, την κρίση και το συναίσθημά του. Η επαναλαμβανόμενη άρνηση ή παραμόρφωση της εμπειρίας του θύματος, ιδίως από πρόσωπα που κατέχουν επιστημικό ή συναισθηματικό κύρος, οδηγεί το θύμα σε αναπροσαρμογή της αίσθησης πραγματικότητας προς την εκδοχή του δράστη (Klein et al., 2025). Με αυτή την έννοια, η διαστρέβλωση της πραγματικότητας αποτελεί γνωστικό και σχεσιακό μηχανισμό υποταγής που πλήττει την ίδια τη θέση του υποκειμένου ως γνώστη της εμπειρίας του.

Οι γλωσσικές μορφές αυτής της διαστρέβλωσης έχουν ιδιαίτερη σημασία. Το gaslighting στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην απονομιμοποίηση της ανθρώπινης αξίας, της εγκυρότητας της γνώσης, της ορθότητας της κρίσης και της νομιμότητας του συναισθήματος του θύματος (Ghaltakhchyan, 2024). Το θύμα δεν ακούει απλώς ότι «κάνει λάθος». Ακούει σταδιακά ότι δεν ξέρει, δεν καταλαβαίνει, δεν θυμάται σωστά, υπερβάλλει, παρερμηνεύει ή ότι δεν δικαιούται να νιώθει αυτό που νιώθει. Η επίθεση αφορά μόνο το περιεχόμενο ενός γεγονότος και την υποκειμενική ικανότητα για αλήθεια.

Σε αυτό το σημείο, η διάκριση ανάμεσα σε ναρκισσιστική και ψυχοπαθητική διαστρέβλωση της πραγματικότητας είναι κρίσιμη. Η ναρκισσιστική διαστρέβλωση τείνει να υπηρετεί την προστασία μιας εύθραυστης ή διογκωμένης αυτοεικόνας. Ο άλλος πρέπει να διαψευστεί, ώστε να μην εμφανιστεί η ντροπή, το λάθος, η ανεπάρκεια ή η ήττα. Η ψυχοπαθητική διαστρέβλωση, αντίθετα, είναι συχνότερα ψυχρά υπολογισμένη και λειτουργικά προσανατολισμένη: ο άλλος πρέπει να αποσταθεροποιηθεί γιατί έτσι ελέγχεται ευκολότερα (Klein et al., 2025). Ο ψυχοπαθητικός ναρκισσισμός ενώνει αυτές τις δύο λογικές. Η διαστρέβλωση της πραγματικότητας γίνεται ταυτόχρονα ασπίδα του μεγαλειώδους εαυτού και όργανο κυριαρχίας.

Ένας πέμπτος μηχανισμός είναι η τακτική ευελιξία. Η ίδια προσωπικότητα μπορεί να εμφανίζει αρχικά γοητεία, φαινομενική τρυφερότητα, αίσθηση ασφάλειας ή θαυμασμό προς το θύμα, και αργότερα να μεταβαίνει σε ψυχρή υποτίμηση, αυξημένο έλεγχο ή ανοιχτή επιθετικότητα. Η ευελιξία αυτή επιτρέπει στο πρόσωπο να προσαρμόζει τη στρατηγική του σε ό,τι αποδίδει περισσότερο: αρχικά αποπλάνηση και δέσμευση, κατόπιν σύγχυση και εξάρτηση, και τελικά κυριαρχία ή εκμετάλλευση (Wisse et al., 2024). Αυτή η δυναμική είναι συχνά πιο εξελιγμένη από τις περισσότερο άκαμπτες και ανοιχτά αντιδραστικές μορφές ναρκισσιστικής έκρηξης.

Ο έκτος μηχανισμός είναι η απογύμνωση του θύματος σε θεσμικά ή ιεραρχικά πλαίσια. Η κοινωνιολογική προσέγγιση του gaslighting δείχνει ότι η διαστρέβλωση της πραγματικότητας δεν συμβαίνει μόνο σε ιδιωτικές σχέσεις, αλλά και μέσα σε επαγγελματικά, ιατρικά, οργανωσιακά ή άλλα θεσμικά συστήματα, όπου το θύμα χάνει όχι μόνο τη συναισθηματική του ασφάλεια αλλά και την αξιοπιστία του ως φορέας γνώσης (Sweet, 2019· Omran & Yousafzai, 2023). Όταν ο δράστης διαθέτει εξουσία, κύρος ή πρόσβαση σε θεσμικούς μηχανισμούς, η παραμόρφωση της πραγματικότητας ενισχύεται από το γεγονός ότι το περιβάλλον είναι πρόθυμο να εμπιστευτεί τον ισχυρότερο. Τότε το θύμα αναγκάζεται να αποδείξει όχι μόνο ότι αδικήθηκε, αλλά και ότι αντιλαμβάνεται σωστά την ίδια του την εμπειρία.

Η ψυχοδυναμική περιγραφή του Kernberg συμπληρώνει αυτή την εικόνα με ιδιαίτερη ακρίβεια. Στο κακοήθες ναρκισσιστικό μόρφωμα, ο εσωτερικός κόσμος των σχέσεων αντικειμένου έχει οργανωθεί γύρω από μια εμπειρία παντοδύναμων και σκληρών αντικειμένων. Τα καλά αντικείμενα βιώνονται ως αδύναμα, αφερέγγυα και τελικά περιφρονητέα, ενώ τα ισχυρά αντικείμενα βιώνονται ως αναγκαία αλλά σαδιστικά. Η εξάρτηση από αυτά γεννά οργή, υποτίμηση και ανάγκη να ταυτιστεί κανείς με τον επιτιθέμενο, ώστε να επιβιώσει μέσα από την ισχύ του και όχι μέσα από την ευαλωτότητα της εξάρτησης (Kernberg, 1989). Από εδώ απορρέει και ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό του ψυχοπαθητικού ναρκισσισμού: η πραγματικότητα δεν παραμορφώνεται μόνο για να καλυφθεί ένα ψέμα, αλλά για να καταργηθεί η ίδια η δυνατότητα μιας σχέσης όπου δύο υποκείμενα συνυπάρχουν ως ισότιμες ψυχικές πραγματικότητες.

Συνεπώς, ο ψυχοπαθητικός ναρκισσισμός μπορεί να οριστεί ως ένας σχηματισμός που οργανώνεται γύρω από έξι αλληλοσυνδεόμενους μηχανισμούς: τη μετατροπή της αυτοεκτίμησης σε καθεστώς κυριαρχίας, τη συναισθηματική ψυχρότητα και την αποδυνάμωση της ενοχής, την εργαλειακή χειριστικότητα, τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας, την τακτική ευελιξία και την επιστημική απογύμνωση του θύματος. Η επικινδυνότητά του έγκειται ακριβώς στο ότι δεν αρκείται στον θαυμασμό. Χρησιμοποιεί τον θαυμασμό ως είσοδο, τη σύγχυση ως μέθοδο και την κυριαρχία ως τελικό σχήμα σχέσης. Γι’ αυτό και η κατανόησή του απαιτεί συνδυασμό διαστασιακής ψυχοπαθολογίας, έρευνας για τη χειριστικότητα και βαθύτερης ψυχοδυναμικής θεωρίας των σχέσεων αντικειμένου.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Blais, J., Aelick, C. A., Scully, J. M., & Pruysers, S. (2025). Antisocial personality traits as potential risk factors for cyberstalking: Only aspects of psychopathy and narcissism matter. Psychiatry, Psychology and Law, 32(5), 818–837. https://doi.org/10.1080/13218719.2024.2404833

Ghaltakhchyan, S. (2024). Linguistic portrayal of gaslighting in interpersonal relationships. Armenian Folia Anglistika, 20(1[29]), 61–79. https://doi.org/10.46991/AFA/2024.20.1.61

Groth, J., & Kleka, P. (2018). Patterns of intentional faking in questionnaire-based study of psychopathy. Current Issues in Personality Psychology, 6(4), 305–317. https://doi.org/10.5114/cipp.2018.80199

Kernberg, O. F. (1989). The narcissistic personality disorder and the differential diagnosis of antisocial behavior. Psychiatric Clinics of North America, 12(3), 553–570. (!)

Klein, W., Wood, S., & Bartz, J. A. (2025). A theoretical framework for studying the phenomenon of gaslighting. Personality and Social Psychology Review. Advance online publication. https://doi.org/10.1177/10888683251342291

Krueger, R. F., Hobbs, K. A., Conway, C. C., Dick, D. M., Dretsch, M. N., Eaton, N. R., Forbes, M. K., Forbush, K. T., Keyes, K. M., Latzman, R. D., Michelini, G., Patrick, C. J., Sellbom, M., Slade, T., South, S. C., Sunderland, M., Tackett, J. L., Waldman, I. D., Waszczuk, M. A., & HiTOP Utility Workgroup. (2021). Validity and utility of Hierarchical Taxonomy of Psychopathology (HiTOP): II. Externalizing superspectrum. World Psychiatry, 20(2), 171–193. https://doi.org/10.1002/wps.20844

Omran, W., & Yousafzai, S. (2024). Navigating the twisted path of gaslighting: A manifestation of epistemic injustice for Palestinian women entrepreneurs. Human Relations, 77(12), 1719–1754. https://doi.org/10.1177/00187267231203531

Pisano, S., Muratori, P., Gorga, C., Levantini, V., Iuliano, R., Catone, G., Coppola, G., Milone, A., & Masi, G. (2017). Conduct disorders and psychopathy in children and adolescents: Aetiology, clinical presentation and treatment strategies of callous-unemotional traits. Italian Journal of Pediatrics, 43, Article 84. https://doi.org/10.1186/s13052-017-0404-6

Polier, G. G. von, Herpertz-Dahlmann, B., Konrad, K., Wiesler, K., Rieke, J., Heinzel-Gutenbrunner, M., Bachmann, C., & Vloet, T. D. (2013). Reduced cortisol in boys with early-onset conduct disorder and callous-unemotional traits. BioMed Research International, 2013, Article 349530. https://doi.org/10.1155/2013/349530

Schokkenbroek, J. M., Hauspie, T., Ponnet, K., & Hardyns, W. (2024). Malevolent monitoring: Dark Triad traits, cyber dating abuse, and the instrumental role of self-control. Journal of Interpersonal Violence, 39(15–16), 3566–3590. https://doi.org/10.1177/08862605241233263

Sweet, P. L. (2019). The sociology of gaslighting. American Sociological Review, 84(5), 851–875. https://doi.org/10.1177/0003122419874843

Ubaradka, A., & Khanganba, S. P. (2024). The differential effect of psychopathy on active and bystander trolling behaviors: The role of dark tetrad traits and lower agreeableness. Scientific Reports, 14, Article 9905. https://doi.org/10.1038/s41598-024-60203-6

Wisse, B., Sleebos, E., & Keller, A. C. (2024). The mask of sanity? Leader primary psychopathy and the effects of leader emotion regulation strategies on followers. Journal of Leadership & Organizational Studies, 31(2), 146–165. https://doi.org/10.1177/15480518241247113

Μοιράσου το!