Από την ευγνωμοσύνη του Tony Robbins στη λακανική αδυνατότητα της σχέσης
Η σύγχρονη γλώσσα της σχέσης οργανώνεται γύρω από έννοιες όπως επίγνωση, επιλογή, ευθύνη, συναισθηματική ρύθμιση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αγάπη παρουσιάζεται ως δεξιότητα που καλλιεργείται, ως πρακτική που βελτιώνεται, ως στάση που εκπαιδεύεται. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές διατυπώσεις αυτής της προσέγγισης είναι η φράση του Tony Robbins: αντικατάστησε τις προσδοκίες με εκτίμηση. Η φράση αυτή συμπυκνώνει μια ολόκληρη φιλοσοφία σχέσης, όπου η δυσφορία προκύπτει από εσωτερικούς κανόνες, και η ανακούφιση έρχεται μέσω μετατόπισης της προσοχής.
Η λακανική ψυχανάλυση, από την άλλη πλευρά, προσεγγίζει την αγάπη ως δομικό γεγονός, ως τόπο εγγραφής της επιθυμίας και της απόλαυσης, ως σύμπτωμα που οργανώνει τη σχέση του υποκειμένου με το Πραγματικό. Για τον Jacques Lacan, η αγάπη εγγράφεται πάνω σε μια αδυνατότητα, σε μια έλλειψη που οργανώνει το υποκείμενο, και ο σύντροφος λειτουργεί ως μοναδική λύση σε ένα πρόβλημα που καμία τεχνική ρύθμισης συναισθήματος δεν αγγίζει.
Το παρόν κείμενο επιχειρεί να φέρει αυτές τις δύο λογικές σε καθαρή αντιπαράθεση. Όχι για να τις συγχωνεύσει, ούτε για να τις εξισώσει, αλλά για να αναδείξει τι ακριβώς θεραπεύει η καθεμία, και τι ακριβώς αφήνει ανέγγιχτο.
Η αγάπη ως πειθαρχία της συνείδησης
Στη σκέψη του Robbins, η σχέση οργανώνεται γύρω από βασικές ανθρώπινες ανάγκες: ασφάλεια, ποικιλία, σημασία, σύνδεση, ανάπτυξη, προσφορά. Η δυσφορία μέσα στη σχέση συνδέεται με τον τρόπο που το άτομο προσπαθεί να ικανοποιήσει αυτές τις ανάγκες μέσω του άλλου. Όταν ο σύντροφος μετατρέπεται σε φορέα υποχρέωσης, η σχέση φορτίζεται με ένταση, έλεγχο και διαρκή απογοήτευση.
Η πειθαρχία της αγάπης, σε αυτό το πλαίσιο, αφορά την ικανότητα του υποκειμένου να ρυθμίζει το νόημα που αποδίδει στις πράξεις του άλλου και να μετακινεί την εστίαση από το έλλειμμα στην παρουσία. Η εκτίμηση λειτουργεί ως ενεργή πρακτική επανανοηματοδότησης. Το υποκείμενο παύει να μετρά τι λείπει και αρχίζει να αναγνωρίζει τι υπάρχει. Η αγάπη, έτσι, αποκτά χαρακτήρα αφθονίας.
Σημαντικό στοιχείο αυτής της προσέγγισης είναι η διάκριση ανάμεσα σε προσδοκία και προσωπικό κριτήριο. Η προσδοκία στρέφεται προς τον άλλον και απαιτεί αλλαγή. Το κριτήριο αφορά την επιλογή και προηγείται της δέσμευσης. Το άτομο επιλέγει σύντροφο βάσει αξιών, και στη συνέχεια καλλιεργεί εκτίμηση αντί διεκδίκησης. Η σχέση αποκτά σταθερότητα μέσα από αποδοχή και αυτορρύθμιση.
Η λογική αυτή παράγει ανακούφιση, ιδίως σε σχέσεις όπου η φαντασιακή απαίτηση διογκώνεται και το άτομο βιώνει τον σύντροφο ως πηγή διαρκούς στέρησης. Η εκτίμηση μειώνει τη σύγκρουση, αποφορτίζει το σώμα και επαναφέρει αίσθηση επιλογής. Η αγάπη λειτουργεί ως πρακτική συνειδητής συμμετοχής.
Η αγάπη ως σύμπτωμα και δομική λύση
Η λακανική θεωρία προσεγγίζει τη σχέση από εντελώς διαφορετικό σημείο. Η αγάπη συνδέεται με την αδυνατότητα της σεξουαλικής σχέσης, με την απουσία φυσικής συμπληρωματικότητας ανάμεσα στα φύλα, με το γεγονός ότι η επιθυμία οργανώνεται γύρω από έλλειψη. Ο σύντροφος δεν έρχεται για να καλύψει ανάγκες, αλλά για να ενσαρκώσει μια συγκεκριμένη θέση μέσα στη φαντασίωση του υποκειμένου.
Ο σύντροφος λειτουργεί ως σύμπτωμα. Δηλαδή ως μοναδικός τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο διαχειρίζεται την απόλαυση, την απώλεια, την επιθυμία του Άλλου. Η επιλογή συντρόφου υπακούει σε ασυνείδητη λογική επανάληψης. Το υποκείμενο ερωτεύεται εκείνον που επιτρέπει στη φαντασίωση να λειτουργήσει, εκείνον που συγκρατεί το άγχος, εκείνον που οργανώνει την έλλειψη με αναγνωρίσιμο τρόπο.
Η δυσφορία μέσα στη σχέση, από αυτή την οπτική, δεν αποτελεί σφάλμα διαχείρισης. Αποτελεί στοιχείο της ίδιας της δομής. Η επιθυμία παράγει δυσαρέσκεια, και αυτή η δυσαρέσκεια συνδέεται με απόλαυση. Το υποκείμενο απολαμβάνει τη διαμαρτυρία του, την αναμονή, τη ματαίωση, την καθυστέρηση. Η αγάπη διατηρείται μέσα από αυτή τη δυναμική.
Η εκτίμηση, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί συχνά ως άμυνα. Μια εκλεπτυσμένη μορφή αποφυγής της ερώτησης: γιατί αυτός ο συγκεκριμένος άλλος; γιατί αυτή η συγκεκριμένη δυσκολία; γιατί αυτή η επανάληψη; Η λακανική πράξη δεν στοχεύει στη βελτίωση της σχέσης, αλλά στη συνάντηση του υποκειμένου με την αλήθεια της επιθυμίας του.
Εκτίμηση και σύμπτωμα: δύο διαφορετικά επίπεδα παρέμβασης
Η βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις αφορά το επίπεδο στο οποίο τοποθετείται το πρόβλημα. Ο Robbins εργάζεται στο επίπεδο της συνείδησης, της επιλογής, της σημασιοδότησης. Η παρέμβασή του αφορά τον τρόπο που το άτομο σκέφτεται, ερμηνεύει, εστιάζει. Η αγάπη παρουσιάζεται ως πεδίο προσωπικής ανάπτυξης.
Ο Lacan εργάζεται στο επίπεδο της δομής, της επιθυμίας, της απόλαυσης. Η σχέση δεν θεραπεύεται μέσω αλλαγής στάσης. Η σχέση αποκαλύπτει τον τρόπο που το υποκείμενο οργανώνει το ασυνείδητό του. Η αγάπη, εδώ, αφορά τη σχέση με το Πραγματικό, όχι με την εικόνα του άλλου.
Η εκτίμηση μειώνει το φαντασιακό φορτίο, και αυτό έχει πραγματικό αποτέλεσμα στη ρύθμιση του άγχους. Το σύμπτωμα, όμως, συνεχίζει να λειτουργεί. Η επιλογή επαναλαμβάνεται. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται με διαφορετικό πρόσωπο. Η βελτίωση της καθημερινότητας συνυπάρχει με την επιμονή της δομής.
Πότε η εκτίμηση θεραπεύει και πότε συντηρεί
Υπάρχουν σχέσεις όπου το πρόβλημα αφορά υπερβολική φαντασιακή απαίτηση. Εκεί, η μετατόπιση προς την εκτίμηση φέρνει ανακούφιση, σταθερότητα και μεγαλύτερη ελευθερία. Η σχέση παύει να λειτουργεί ως πεδίο διαρκούς ελέγχου.
Υπάρχουν, όμως, σχέσεις όπου η δυσφορία λειτουργεί ως κόμβος απόλαυσης. Εκεί, η εκτίμηση προσφέρει ηθική ανύψωση, αίσθηση ωριμότητας, εικόνα συναισθηματικής υπεροχής. Το σύμπτωμα, όμως, παραμένει ενεργό. Η ίδια δομή συνεχίζει να οργανώνει την επιθυμία.
Η λακανική ανάγνωση ενδιαφέρεται για το σημείο όπου το υποκείμενο κρατιέται από τη δυσκολία. Εκεί όπου η σχέση λειτουργεί ως σκηνή επανάληψης. Εκεί όπου η επιλογή μοιάζει ελεύθερη αλλά υπακούει σε εσωτερική αναγκαιότητα.
Αγάπη, ευθύνη και αλήθεια
Η προσέγγιση του Robbins ενισχύει την ευθύνη του ατόμου απέναντι στον εαυτό του. Η λακανική προσέγγιση ενισχύει την ευθύνη του υποκειμένου απέναντι στην επιθυμία του. Πρόκειται για δύο διαφορετικές μορφές ευθύνης.
Η πρώτη αφορά την ποιότητα της ζωής. Η δεύτερη αφορά την αλήθεια του υποκειμένου. Η πρώτη προσφέρει λειτουργικότητα. Η δεύτερη προσφέρει μετατόπιση. Η πρώτη οδηγεί σε καλύτερες σχέσεις. Η δεύτερη οδηγεί σε άλλη σχέση με την επιθυμία.
Η αγάπη, τελικά, εμφανίζεται είτε ως πειθαρχία της συνείδησης είτε ως σύμπτωμα της δομής. Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν ισχύ, όταν χρησιμοποιούνται με επίγνωση του πεδίου τους. Η σύγχυση αρχίζει όταν η μία καλείται να λύσει το πρόβλημα της άλλης.
Επίλογος
Η εκτίμηση μεταμορφώνει τον τρόπο που βιώνεται η καθημερινότητα της σχέσης. Το σύμπτωμα αποκαλύπτει τον λόγο που η σχέση έχει αυτή τη μορφή. Η πρώτη καλλιεργεί αφθονία. Το δεύτερο οργανώνει την επιθυμία. Ανάμεσα στα δύο, το υποκείμενο καλείται να αποφασίσει: επιθυμεί καλύτερη εμπειρία ή επιθυμεί αλήθεια;
Η αγάπη αντέχει και τις δύο κινήσεις. Η σύγχυση προκύπτει μόνο όταν η μία παρουσιάζεται ως απάντηση στην άλλη.