Υπάρχει μια σκηνή στην αρχή όπου όλη η ανθρώπινη επιθυμία συμπυκνώνεται σε μια πράξη: ένα χέρι απλώνεται προς τον καρπό, ένα στόμα ανοίγει, κάτι εισέρχεται στο σώμα και, μαζί του, εισέρχεται η γνώση. Η σκηνή της Εύας, του μήλου και του Αδάμ διαβάστηκε για αιώνες ως σκηνή πτώσης, ενοχής και ηθικής διαφθοράς. Τι γίνεται όμως αν διαβαστεί από την σκοποά της επιθυμίας;
Ο Αδάμ δεν χρειαζόταν την Εύα για να φάει το μήλο ως αντικείμενο ανάγκης. Τη χρειαζόταν για να γίνει το μήλο αντικείμενο επιθυμίας. Το μήλο ήταν εκεί αλλά όσο ήταν απλώς εκεί, ήταν ένα αντικείμενο μέσα στην παραδεισένια πληρότητα. Δεν έλειπε τίποτα και άρα τίποτα δεν επιθυμούνταν αληθινά. Η απαγόρευση το βγάζει από την τάξη της ανάγκης και το κάνει σημαίνον της έλλειψης: «υπάρχει κάτι που δεν σου δίνεται». Όμως ακόμη και αυτό δεν αρκεί. Για τον Αδάμ, το μήλο αποκτά πλήρη λιβιδινική φόρτιση όταν περνά μέσα από την επιθυμία της Εύας. Δηλαδή, δεν επιθύμησε πρώτα το μήλο. Επιθύμησε το μήλο επειδή το επιθύμησε εκείνη.
Αυτό είναι ένα λακανικό σημείο. Η επιθυμία δεν είναι αυτόνομη ιδιοκτησία του υποκειμένου. Η επιθυμία είναι επιθυμία του Άλλου. Ο Αδάμ βλέπει την Εύα να έχει στραφεί προς κάτι πέρα από την υπάρχουσα τάξη. Εκείνη, με την πράξη της, αποκαλύπτει ότι μέσα στον Παράδεισο υπάρχει ένα «πέραν». Υπάρχει κάτι που ο Θεός δεν δίνει, κάτι που απαγορεύεται, κάτι που ίσως κρύβει γνώση, απόλαυση, διαφορά, δύναμη. Από εκείνη τη στιγμή το μήλο από καρπός γίνεται το αντικείμενο που φαίνεται να κρατά το μυστικό της επιθυμίας της.
Το ερώτημα του Αδάμ δεν φαίνεται να είναι: «Θέλω το μήλο;» Μόνος του δεν επιθυμεί το μήλο. Γεννιέται όμως κάτι διαφορετικό: «Τι θέλει εκείνη εκεί; Και τι είμαι εγώ για την επιθυμία της;»
Εδώ βρίσκεται η δύναμη της σκηνής. Ο Αδάμ δεν παρασύρεται από την Εύα μπαίνοντας στη σκηνή της επιθυμίας της. Θέλει να είναι εκεί όπου εκείνη επιθυμεί. Θέλει να συμμετάσχει στο σημείο όπου εκείνη στρέφεται προς κάτι που δεν είναι αυτός. Και ακριβώς επειδή η επιθυμία της στρέφεται αλλού, τον μαγνητίζει.
Η επιθυμία της Εύας τον ενδιαφέρει επειδή δεν τον έχει ως πλήρες αντικείμενό της. Αν εκείνη ήταν απλώς στραμμένη προς εκείνον, θα υπήρχε φαντασιακή πληρότητα. Αλλά όταν εκείνη επιθυμεί το απαγορευμένο αντικείμενο, ο Αδάμ συναντά την επιθυμία της ως αίνιγμα. Και το αίνιγμα της επιθυμίας του Άλλου είναι πάντα πιο ισχυρό από την κατοχή του Άλλου. Το «παρασύρθηκε» λοιπόν μπορεί να διαβαστεί αλλιώς. Σημαίνει ότι ο άνδρας βρήκε στην επιθυμία της γυναίκας έναν δρόμο προς κάτι που ο ίδιος δεν μπορούσε να επιθυμήσει μόνος του. Η Εύα γίνεται για εκείνον η μεσολάβηση της απαγορευμένης γνώσης επειδή εκείνη ενσαρκώνει τη στιγμή όπου η επιθυμία αποσπάται από την υπακοή.
Και εδώ εισέρχεται η στοματική ενόρμηση ως τρόπος ενσωμάτωσης της επιθυμίας του Άλλου. Τρώγοντας προσπαθεί να ενσωματώσει αυτό που εκείνη ήδη άγγιξε: τη γνώση, την παράβαση, το πέραν του νόμου, το μυστικό της απόλαυσης. Το μήλο μπαίνει στο στόμα σαν γνώση. Η γνώση δεν αποκτάται με σκέψη αλλά με δάγκωμα και ενσωμάτωση. Με πέρασμα του απαγορευμένου αντικειμένου μέσα από το σώμα. Άρα η πράξη λέει: Θέλω να βάλω μέσα μου αυτό που εκείνη επιθύμησε. Θέλω να μάθω από το σημείο της επιθυμίας της. Θέλω να γίνω συμμέτοχος εκεί όπου εκείνη άνοιξε ένα πέρασμα.
Και τι μαθαίνει; Μαθαίνει την έλλειψη. Μαθαίνει ότι το σώμα βλέπεται. Γι’ αυτό αμέσως μετά εμφανίζεται η ντροπή της γυμνότητας. Πριν από την πράξη, το σώμα υπάρχει μέσα σε μια αθώα αμεσότητα. Μετά την πράξη, το σώμα γίνεται σώμα υπό το βλέμμα. Γίνεται σώμα που μπορεί να επιθυμηθεί, να κριθεί, να καλυφθεί, να εκτεθεί. Άρα η γνώση που αποκτούν είναι γνώση της έλλειψης, της σεξουαλικής διαφοράς, του βλέμματος, της απώλειας της φαντασιακής πληρότητας. Μαθαίνουν ότι δεν υπάρχει πια φυσική αθωότητα. Το σώμα τους είναι πλέον γραμμένο από τον νόμο και από την επιθυμία.
Όμως γιατί ενώ ήταν όλα παραδεισένια τον ενδιέφερε η επιθυμία της;» Γιατί ο Παράδεισος ικανοποιεί την ανάγκη, όχι την επιθυμία. Η ανάγκη λέει: έχω τροφή, ασφάλεια, πληρότητα, παρουσία. Αντίθετα, η επιθυμία λέει: τι λείπει; τι μου κρύβεται; τι θέλει ο Άλλος; τι είμαι εγώ μέσα σε αυτό που ο Άλλος θέλει;
Ο Παράδεισος είναι γεμάτος από αντικείμενα, αλλά φτωχός σε έλλειψη. Και χωρίς έλλειψη, το υποκείμενο δεν γεννιέται ως επιθυμούν. Υπάρχει μέσα σε μια κατάσταση πληρότητας, αλλά αυτή η πληρότητα είναι σχεδόν προ-υποκειμενική. Δεν υπάρχει ακόμη το ερώτημα. Δεν υπάρχει ακόμη το «che vuoi?» — «τι θέλεις από μένα;»
Η Εύα εισάγει αυτό το ερώτημα. Όταν επιθυμεί το μήλο, γίνεται για τον Αδάμ φορέας ενός αινίγματος:
εκείνη θέλει κάτι πέρα από αυτό που ήδη υπάρχει. Και αυτό τον ξυπνά. Με λακανικούς όρους: το μήλο γίνεται objet a, επειδή λειτουργεί ως αίτιο της επιθυμίας. Δεν είναι το αντικείμενο που θα ικανοποιήσει αλλά αυτό που δείχνει ότι κάτι λείπει. Και ο Αδάμ δεν θέλει απλώς το αντικείμενο. Θέλει να μπει στη σχέση με αυτό που λείπει στην Εύα. Αυτό κάνει τη σκηνή είναι τόσο ισχυρή. Είναι η γέννηση της επιθυμίας μέσα από την επιθυμία του Άλλου.